Ετικέτες

, , , ,

JK_untitled_2004_copy3

Γιάννης Κουνέλλης- «untitled»

 

Ο προφορικός λόγος είναι ανεπίστρεπτος, έστω: δεν μπορούμε να πάρουμε πίσω μια λέξη, εκτός και αν πούμε, ακριβώς, ότι την παίρνουμε πίσω. Εδώ, η διαγραφή είναι προσθήκη. Αν θέλω να σβήσω με γόμα αυτό που μόλις έχω διατυπώσει, δεν μπορώ να το κάνω παρά μόνο δείχνοντας την ίδια τη γόμα (πρέπει να πω: «ή μάλλον…», «δεν εκφράσθηκα σωστά…»). Κατά παράδοξο τρόπο ο εφήμερος προφορικός λόγος είναι ανεξίτηλος, μνημειακός, όχι η γραφή. Στον προφορικό λόγο δεν μπορούμε παρά μόνο να προσθέσουμε έναν άλλο προφορικό λόγο. Η διορθωτική και βελτιωτική κίνηση του προφορικού λόγου είναι το ψέλλισμα, ύφανση η οποία εξαντλείται στην επανόρθωση, αλυσίδα από διορθώσεις αυξητικές, όπου έρχεται να εγκατασταθεί, κατά προτίμηση, το ασύνειδο μέρος του έλλογου λόγου μας (δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ψυχανάλυση συνδέεται με τον προφορικό λόγο, όχι με τη γραφή: ένα όνειρο «δεν γράφεται» ): η επώνυμη μορφή του ομιλούντος είναι η Πηνελόπη.

Και επιπλέον, δεν μπορούμε να γίνουμε κατανοητοί (σωστά ή όχι) παρά μόνον αν διατηρήσουμε μιλώντας μια ορισμένη ταχύτητα στην ατομική μας διατύπωση. Είμαστε, όπως ένα ποδηλάτης ή μια ταινία, καταδικασμένοι να «τσουλάμε», να γυρίζουμε, αν δεν θέλουμε να πέσουμε ή να μπλοκαριστούμε. Μου απαγορεύονται επίσης η σιωπή ή ο δισταγμός στη λέξη: η αρθρωτική ταχύτητα υποδουλώνει κάθε σημείο κάθε σημείο της φράσης σε ό,τι προηγείται, ή έπεται άμεσα (είναι αδύνατο να «ξεκινήσουμε» τη λέξη προς «παράδειγματα» ξένα, παράξενα). Τα συμφραζόμενα είναι ένα δομικό δεδομένο όχι της «γλώσσας» αλλά του προφορικού λόγου. Όμως, τα συμφραζόμενα είναι θεσμικά, αποπολλαπλασιαστής της έννοιας, έτσι η ομιλούμενη λέξη είναι «καθαρή» : ο εξοστρατισμός της πολυσημίας (η «σαφήνεια») υπηρετεί το Νόμο: όλοι οι προφορικοί λόγοι είναι με το μέρος του Νόμου.

 

SONY DSC

Γιάννης Κουνέλλης – Untitled

Όποιος ετοιμάζεται να μιλήσει (από εκπαιδευτικής θέσεως) πρέπει να συνειδητοποιήσει τη σκηνοθεσία, την οποία του επιβάλλει η χρήση του προφορικού λόγου, υπό την απλή επήρεια ενός φυσικού προσδιορισμού (ο οποίος ανάγεται στη σωματική φύση: τη φύση της αρθρωτικής πνοής). Η σκηνοθεσία αυτή αναπτύσσεται ως εξής: είτε ο ομιλητής επιλέγει με απόλυτα ήσυχη συνείδηση τον ρόλο της Αυθεντίας.  Στην προκειμένη περίπτωση, αρκεί να «μιλάει ωραία», δηλαδή να μιλά σύμφωνα με το Νόμο που ενυπάρχει μέσα σε κάθε προφορικό λόγο: χωρίς επιτάχυνση ή επιβράδυνση, με τη σωστή ταχύτητα, ή , επίσης, με σαφήνεια(αυτό είναι που ζητούν από έναν καλό καθοδηγητικό προφορικό λόγο: τη σαφήνεια και την αυθεντία). Η σαφής φράση είναι ακριβώς ένα απόφθεγμα, μια sententia, ένας ποινικός προφορικός λόγος. Είτε, πάλι, ο ομιλητής ενοχλείται από όλον αυτόν το Νόμο, τον οποίο ο προφορικός λόγος θα εισαγάγει στην ομιλία του. Δεν μπορεί, ασφαλώς, να αλλοιώσει τη «ροή» του (η οποία και τον καταδικάζει στη «σαφήνεια»), μπορεί όμως να δικαιολογηθεί που μιλά (που αναπτύσσει το Νόμο): χρησιμοποιεί τότε την αναντιστρεψιμότητα του προφορικού λόγου για να διαταράξει τη νομιμότητά του. Αυτοδιορθώνεται, προσθέτει ξανά, ψελλίζει, μπαίνει μέσα στην «απειρότητα» της «γλώσσας», υπερεκτυπώνει πάνω στο απλό μήνυμα, που όλος ο κόσμος περιμένει από αυτόν, ένα νέο μήνυμα, το οποίο καταστρέφει την ιδέα του όποιου μηνύματος, και με την ίδια τη μαρμαρυγή των στιγμάτων, των καταλοίπων, με τα οποία συνοδεύει τη γραμμή του προφορικού του λόγου, μας ζητά να πιστέψουμε , μαζί μ’ αυτόν, ότι η «γλώσσα» δεν περιορίζεται στην απλή επικοινωνία. Με όλες αυτές τις ενέργειες, οι οποίες φέρνουν το ψέλλισμα εγγύτατα στο Κείμενο, ο ατελής ρήτορας ελπίζει να μετριάσει τον άχαρο ρόλο, που μετατρέπει τον κάθε ομιλούντα σε ένα είδος αστυνομικού. Ωστόσο, στο πέρας αυτής της προσπάθειας να «μιλήσει άσχημα», πάλι ένας ρόλος του επιβάλλεται: γιατί το ακροατήριο (ουδεμία σχέση με τον αναγνώστη), εγκλωβισμένο στο δικό του «φανταστικό», δέχεται αυτά τα ψηλαφίσματα ως ισάριθμα σημεία αδυναμίας, και του αναπέμπει την εικόνα ενός δασκάλου ανθρώπινου, υπερβολικά ανθρώπινου: φιλελεύθερου.

Η εναλλακτική λύση παραμένει σκοτεινή: συνεπής υπάλληλος, είτε ελεύθερος καλλιτέχνης, ο καθηγητής δεν αποφεύγει ούτε το θέατρο του προφορικού λόγου, ούτε το Νόμο, ο οποίος αναπαριστάνει σ΄αυτόν: γιατί ο Νόμος παράγεται όχι μέσα σε ό,τι λέει, αλλά στο γεγονός ότι μιλά. Για να ανατρέψουμε τον Νόμο (και όχι απλώς να τον περι-γράψουμε) θα έπρεπε να αποδιοργανώσουμε τη ροή της φωνής, την ταχύτητα των λέξεων, το ρυθμό, ως μία άλλη νοήτητα – ή να μη μιλήσουμε διόλου. Τότε όμως θα σήμαινε ότι συναντούμε άλλους ρόλους: είτε τον ρόλο της μεγάλης σιωπηλής ευφυϊας, που τη βαραίνει η πείρα και η «αφασία», είτε το ρόλο του αγωνιστή ο οποίος, στο όνομα της πράξεως, αποπέμπει κάθε επιπόλαιο έλλογο λόγο. Τίποτα δε γίνεται: η «γλώσσα», είναι πάντα δύναμη. Μιλώντας, ασκούμε μια βούληση εξουσίας: στο χώρο του προφορικού λόγου, δεν υπάρχει καμιά αθωότητα, καμιά ασφάλεια.

Roland Barthes
Εικόνα-Μουσική-Κείμενο
ΠΛΕΘΡΟΝ


 

επιμέλεια κειμένου Carina-K.K

 

Advertisements