Ετικέτες

, ,

 

xendlessenigma-960x738.jpg.pagespeed.ic.aS0inRpgA6

The Endless Enigma – Salvador Dali, 1938

 

Από τις: Θάλεια Δίτσα, Ελπίδα Μαρκοπούλου, Δέσποινα Παρασκευά – Βελουδογιάννη *

Οι ιδιότητες της αυταρχικής προσωπικότητας αποδόθηκαν από τους ερευνητές σε γονεϊκές πρακτικές που ενσταλάζουν στα παιδιά την υπακοή στους ανωτέρους και στις διάφορες μορφές εξουσίας.

Οι Adorno, Frenkel-Brunswik, Levinson και Sanford διεξήγαγαν στις ΗΠΑ, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’40, μια έρευνα που στόχευε να απαντήσει στο ερώτημα «για ποιον λόγο οι αντικρουόμενες πολιτικές ιδεολογίες ασκούν τόσο διαφορετική έλξη σε διαφορετικά άτομα».[1] Το διακύβευμα, βεβαίως, ήταν να γίνει κατανοητό τι ήταν αυτό που κατέστησε εφικτή την προσχώρηση των μαζών στον φασισμό.[2] Η έρευνα δε μελετά τα ίδια τα υποκείμενα που συμμετείχαν ανοιχτά στο ναζιστικό καθεστώς, αλλά επιδιώκει να απαντήσει στο ερώτημα εξετάζοντας ποιοι είναι οι παράγοντες που καθιστούν ελκυστική την αντιδημοκρατική προπαγάνδα στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας. Η μελέτη εστιάζει την προσοχή της στο υποκείμενο για το οποίο σχεδιάζεται η προπαγάνδα, εξετάζει την ψυχολογική δομή του αλλά και τις αντικειμενικές συνθήκες στις οποίες ζει. Υποθέτει ότι οι άνθρωποι τείνουν γενικά να υιοθετούν πολιτικά και κοινωνικά προγράμματα που εξυπηρετούν τα οικονομικά τους συμφέροντα,[3] αν και δε θεωρούν τα οικονομικά κίνητρα κυρίαρχα.

Η μελέτη, που αποτελεί την πλέον γνωστή ψυχοδυναμική προσέγγιση της προκατάληψης, χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό ερευνητικών τεχνικών και δημοσιεύεται τη δεκαετία του 1950. Βασική υπόθεση των ερευνητών είναι ότι οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές πεποιθήσεις του υποκειμένου συχνά σχηματίζουν ένα σαφές και σταθερό πρότυπο που, αν συνδυαστεί με την ιδιοσυγκρασία ή το πνεύμα, το πρότυπο αυτό συνιστά μια έκφραση βαθιών στοιχείων της προσωπικότητας.[4] Σύμφωνα με τη βασική ερμηνευτική θέση της προσέγγισης, υπάρχει ένα εν δυνάμει φασιστικό υποκείμενο, η δομή του οποίου το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο στην αντιδημοκρατική προπαγάνδα. Με βάση τη θέση αυτή υπάρχει μια υψηλή συσχέτιση ανάμεσα σε έναν αριθμό βαθιών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και της ανοιχτής προκατάληψης. Με άλλα λόγια, ο συγκεκριμένος τύπος προσωπικότητας έλκεται από μια ολοκληρωτική, φασιστική κοσμοθεωρία. Πρόκειται για τον αυταρχικό τύπο προσωπικότητας, όρος που βασίστηκε σε προηγούμενες μελέτες του Erich Fromm.

Μεθοδολογία

Η μελέτη διήρκεσε τέσσερα χρόνια και συγκέντρωσε εμπειρικό υλικό από περισσότερα από 2.000 άτομα που προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Σχεδόν όλοι οι ερωτηθέντες ήταν λευκοί, αυτόχθονες, μη εβραϊκής καταγωγής.[5] Τα υποκείμενα της έρευνας συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο το οποίο περιείχε μια σειρά προτάσεις με τις οποίες έπρεπε να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν. Το πιο πολύτιμο μεθοδολογικό επίτευγμα της μελέτης ήταν η συμπύκνωση των τριών αρχικών κλιμάκων (κλίμακα Αντισημητισμού, κλίμακα Εθνοκεντρισμού, κλίμακα Συντηρητισμού) που αφορούσαν τη στάση των ερωτώμενων σε ένα σύνολο ερωτήσεων ικανό να μετράει το αυταρχικό δυναμικό στο λανθάνον ψυχολογικό επίπεδο. Οι προτάσεις, ανακατεμένες μέσα στη λίστα, αφορούσαν τη συμβατικότητα, την αυταρχική υποτακτικότητα, την αυταρχική επιθετικότητα, την αντι-ενδοσκόπηση, τη δεισιδαιμονία και τη στερεοτυπία, την ισχύ και τον «τσαμπουκά», την καταστροφικότητα και τον κυνισμό, την προβολικότητα και τη σχέση με τη σεξουαλικότητα.

Ανάλογα με τις απαντήσεις «συμφωνώ» ή «δεν συμφωνώ», τα αντιδημοκρατικά αυταρχικά άτομα κατατάσσονταν στην κλίμακα F (κλίμακα Φασισμού). Παρατηρώντας τις συσχετίσεις μεταξύ των τεσσάρων κλιμάκων, αν ένα άτομο είχε υψηλή επίδοση σε μία από τις κλίμακες, αυτό σήμαινε ότι θα είχε υψηλές επιδόσεις και στις άλλες, και αντιστρόφως. Οι ερευνητές πήραν κλινικές συνεντεύξεις από 80 άτομα τα οποία βρίσκονταν στο υψηλότερο και στο χαμηλότερο άκρο στις κλίμακες του Αντισημητισμού ή του Εθνοκεντρισμού, ενώ χορήγησαν στα άτομα αυτά το ΤΑΤ τεστ (Thematic Apperception Test – Τεστ Θεματικής Αντίληψης).[6] Οι κλινικές έρευνες παρείχαν τη δυνατότητα να ανιχνευθούν οι παράγοντες της προσωπικότητας που βρίσκονταν πίσω από την αντιδημοκρατική ιδεολογία.[7]

Η αυταρχική προσωπικότητα

Η έννοια της αυταρχικής προσωπικότητας εισάγεται για να περιγράψει έναν τύπο προσωπικότητας στον οποίο περιέχονται ειδικά χαρακτηριστικά και ο οποίος έλκεται από τη φασιστική ιδεολογία εκδηλώνοντας ισχυρές τάσεις εθνοκεντρισμού. Στις περιγραφές της καταγράφονται με επαναλαμβανόμενο τρόπο τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: συμβατικός, κομφορμιστής, άκαμπτος, εγκλωβισμένος σε έναν στερεοτυπικό και κατηγοριοποιητικό τρόπο σκέψης, απεχθάνεται τις χαλαρές συνομιλίες, σέβεται την ισχύ, την οργάνωση και την υπακοή, υποχωρεί απέναντι στην εξουσία, υπερασπίζεται την πειθαρχία και την τιμωρία, δεν ανέχεται την αμφιβολία,[8] και βιώνει τη σχέση του προς τον κόσμο σαν να βρίσκεται κάτω από ένα αναπόφευκτο πεπρωμένο[9].

Οι ιδιότητες της αυταρχικής προσωπικότητας αποδόθηκαν από τους ερευνητές σε γονεϊκές πρακτικές που ενσταλάζουν στα παιδιά την υπακοή στους ανωτέρους και στις διάφορες μορφές εξουσίας, ενώ συγχρόνως επιβάλλουν την πειθαρχία σε αυτά μέσω τιμωριών. Όπως φαίνεται από τα διαθέσιμα δεδομένα των συνεντεύξεων, αυταρχικοί χαρακτήρες ήταν πιθανότερο να ανατραφούν σε ένα σπίτι όπου η πειθαρχία ήταν αυστηρή, αλλά συνήθως αυθαίρετη. Οι αξίες των γονέων ήταν συχνά πολύ συμβατικές, αυστηρές και εξωτερικευμένες. Ως αποτέλεσμα, παρέμεναν κατά κανόνα ξένες και προς το Εγώ του παιδιού, πράγμα το οποίο εμπόδιζε την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Η μνησικακία απέναντι στη βαναυσότητα των γονέων συχνά μετετίθετο σε άλλους, ενώ η εξωτερική εικόνα του πατέρα και της μητέρας φανερώνονταν ιδιαίτερα εξιδανικευμένη.[10]

Στις οικογένειες των προκατειλημμένων υποκειμένων υπάρχει επίσης σαφής διαχωρισμός του ρόλου των φύλων.

Οικογενειακά μοτίβα[11]

Σύμφωνα με τις συνεντεύξεις, τα προκατειλημμένα άτομα ανέφεραν ότι είχαν ανατραφεί με ένα πρότυπο αυστηρής και απειλητικής πειθαρχίας. Στις οικογένειες των ατόμων αυτών υπήρχαν ξεκάθαροι ρόλοι κυριαρχίας-υποταγής και, ως συνέπεια, τα παιδιά αποκτούσαν μια εικόνα απόμακρων και απαγορευτικών γονιών. Οι οικογενειακές σχέσεις χαρακτηρίζονταν από φόβο και δουλοπρέπεια στις απαιτήσεις των γονιών, ιδιαίτερα του πατέρα, καθώς και από την καταστολή των παρορμήσεων που δεν ήταν αποδεκτές από αυτούς. Με αυτή την έννοια, πολύ σημαντική συμβολή της εν λόγω έρευνας είναι η κατάρριψη της ευρέως διαδεδομένης άποψης ότι αυταρχικό είναι το άτομο που παρουσιάζει εξουσιαστικές τάσεις. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ο αυταρχικός χαρακτήρας πρωτίστως μαθαίνει να υπακούει, να πειθαρχεί και να εξουσιάζεται, και στη συνέχεια ασκεί σε άλλους τη δική του εξουσία.

Στο αυταρχικό περιβάλλον ανατροφής υπερτερεί της αυθόρμητης έκφρασης συναισθημάτων και της τρυφερότητας η συμπεριφορά με βάση τους καθορισμένους ρόλους και η ανταλλαγή καθηκόντων και υποχρεώσεων ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Οι γονείς υιοθετούν κοινωνικά αποδεκτές αξίες, οι οποίες θεωρούν ότι θα βοηθήσουν στην κοινωνική καταξίωσή τους. Έτσι, «το παιδί μαθαίνει εξαρχής να συνδέει τις ηθικές αρετές με την αυθεντία και αυτό είναι μία από τις σπουδαιότερες λειτουργίες της οικογενειακής ανατροφής κατά τη γένεση του αυταρχικού χαρακτήρα».[12]

Η υποταγή των παιδιών στους γονείς, η αντικατάσταση της αυθεντικής αγάπης από την τυποποιημένη εξιδανίκευση, ο θαυμασμός –κυρίως ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, τόσο τα φυσικά όσο και τα ψυχολογικά– και η εξάρτηση από αυτούς ήταν το αποτέλεσμα της πίεσης των γονιών προς τα παιδιά ώστε να ενισχύεται η «καλή» συμπεριφορά, και αποτελούσαν αντιδράσεις εναρμονισμένες με το Εγώ. Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων αποκαλυπτόταν, ωστόσο, ότι ο θαυμασμός και η εξιδανίκευση των γονιών πολλές φορές συνιστούσαν συμπεριφορές δυστονικές προς το Εγώ, οι οποίες εμφανίζονταν ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της μετάθεσης: επρόκειτο, με άλλα λόγια, για συγκαλυμμένη δυσαρέσκεια και υποβόσκουσα εχθρότητα. Ανάλογη συμπεριφορά επαναλάμβαναν τα προκατειλημμένα άτομα όσον αφορά την εξουσία και τους κοινωνικούς θεσμούς: προσανατολίζονταν προς τη δύναμη και είχαν την τάση να περιφρονούν ό,τι θεωρούνταν κατώτερο και αδύναμο. Η τάση αυτή εξηγείται στην έρευνα ως αρνητική ταύτιση με τον αδύναμο, και ως θετική αλλά επιφανειακή ταύτιση με τον δυνατό.

Στις οικογένειες των προκατειλημμένων υποκειμένων υπάρχει επίσης σαφής διαχωρισμός του ρόλου των φύλων. Ο πατέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχος στην οικογένεια, αυστηρός και απόμακρος, επικροτεί την επιθετικότητα και την τραχύτητα στη συμπεριφορά του αγοριού, καθώς και την προσπάθεια για ανεξαρτησία. Ένας τέτοιος πατέρας συχνά αποδοκιμάζει τη στενή σχέση του γιου με τη μητέρα, ώστε ο τελευταίος να μην υιοθετεί πιο «ήπιες» αξίες. Ο προκατειλημμένος άνδρας διαθέτει περισσότερες δυνατότητες να αντισταθμίσει τις υποβόσκουσες αδυναμίες του, επιδεικνύοντας την ανεξαρτησία του ή την υπεροχή του έναντι των γυναικών. Σε αντίθεση, οι γυναίκες εκφράζουν αισθήματα θυματοποίησης, ισχυρότερη υποβόσκουσα εχθρότητα και πιο άκαμπτες άμυνες από τους άνδρες. Ακόμη ένα βασικό χαρακτηριστικό των ερωτώμενων που είχαν υψηλή επίδοση στην εθνική προκατάληψη είναι η εκπεφρασμένη εξάρτησή τους από υλικά αντικείμενα, και το γεγονός ότι αντιλαμβάνονται τις ενδοοικογενειακές σχέσεις ως σχέσεις συναλλαγής και όχι ως σχέσεις βασισμένες στην αμοιβαία ανταλλαγή συναισθημάτων.

Οι περιπτώσεις όσων είχαν χαμηλή επίδοση στην εθνική προκατάληψη παρουσίαζαν ένα μοτίβο οικογένειας στην οποία οι γονείς δεν απαιτούσαν την υπακοή, ήταν περισσότερο υποστηρικτικοί και καθοδηγητικοί με τα παιδιά τους και πιο χαλαροί με ζητήματα συμμόρφωσης και κοινωνικού στάτους. Επρόκειτο για οικογένειες στις οποίες περιγραφόταν μια ασφαλής σχέση με τους γονείς, άνευ όρων στοργή, αυθεντικότητα στα συναισθήματα, αγάπη και ελευθερία στην έκφραση διαφωνιών, κριτικής και αντικειμενικής αξιολόγησης. Στις περιπτώσεις, δε, κατά τις οποίες καταγράφονταν αισθήματα εγκατάλειψης, αυτά αποδίδονταν στην απώλεια της αγάπης παρά στην ανυπαρξία της ικανοποίησης από υλικά αγαθά, ενώ τα υποκείμενα δεν εξέφραζαν αισθήματα θυματοποίησης.

Η δυνατότητα να διαμορφώνουν και να εξωτερικεύουν διαφωνίες δημιουργούσε στα υποκείμενα άγχος, εσωτερικές συγκρούσεις και αμφιθυμικά συναισθήματα, τα οποία όμως αντιμετωπίζονταν πιο εύκολα σε σύγκριση με τις περιπτώσεις των προκατειλημμένων ατόμων. Παρ’ όλα αυτά, τα άτομα πετύχαιναν έναν σημαντικό βαθμό ανεξαρτησίας από τους γονείς τους και ελευθερία στη λήψη αποφάσεων. Κατ’ αναλογία, εφόσον είχαν ελευθερία να εκφράζουν εχθρότητα προς τους γονείς, τα υποκείμενα εξεγείρονταν πιο εύκολα εναντίον της αυθεντίας. Μάλιστα, αυτού του είδους οι εξεγέρσεις είχαν τη δυνατότητα να μετασχηματίζουν τα χαρακτηριστικά των σχέσεων εναντίον των οποίων εκφράζονταν, σε αντίθεση με την ιδιότροπη «επαναστατικότητα» που εξέφραζαν κατά καιρούς τα προκατειλημμένα άτομα, και η οποία αποτύγχανε να κερδίσει πραγματική ανεξαρτησία.

Η συμπάθεια προς τον εξουσιαστή είναι μετασχηματισμένο αποτέλεσμα του φόβου και του δέους που καταγράφονται ως αρχικά συναισθήματα.

Αυθεντία και Οικογένεια

Οι ιδιότητες της αυταρχικής προσωπικότητας περιγράφονται με ψυχοδυναμικούς όρους στο Αυθεντία και Οικογένεια όπου εξετάζεται το ζήτημα της αυθεντίας από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας. Ο Fromm, μελετώντας τη στάση απέναντι στην αυθεντία ως ψυχολογικό πρόβλημα,[13] επισημαίνει: «Σε πολλούς ανθρώπους η σχέση τους προς την αυθεντία είναι το πιο διακριτό γνώρισμα του χαρακτήρα τους: μερικοί αισθάνονται πραγματικά ευτυχισμένοι μόνο όταν μπορούν να υποταχτούν σε μία αυθεντία».[14] Μάλιστα οι αυθεντιοκρατικές σχέσεις «δεν είναι απλώς από τα έξω επιβεβλημένες: πάντοτε υπάρχει μια δόση εθελοντικότητας στον βαθμό που ο αποδέκτης της αυθεντίας δεν βιώνει την υποταγή του ως καταναγκαστική, αλλά ως μια στάση στην οποία οδηγείται από τη συναισθηματική σύνδεση που βιώνει με κάποιον ιεραρχικά ανώτερο. Και αυτή η συναισθηματική σύνδεση περιλαμβάνει αισθήματα όπως ο θαυμασμός, ο φόβος, το δέος».[15]

Ο αυταρχικός χαρακτήρας συγκροτείται ως συνέπεια των γονεϊκών πρακτικών, καθώς τα κριτήρια των γονέων εσωτερικεύονται και αναπτύσσεται ένα ισχυρό και τιμωρητικό Υπερεγώ, μια τιμωρητική συνείδηση και ένα αίσθημα ότι οι κοινωνικοί κανόνες θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά. «Μέσω του Υπερεγώ η εξωτερική ισχύς μετασχηματίζεται, δηλαδή από εξωτερική βία γίνεται εσωτερική εξουσία. Οι αυθεντίες ως εκπρόσωποι εξωτερικής ισχύος εσωτερικεύονται».[16]Παρατηρούμε εδώ τη στενή λειτουργική σχέση ανάμεσα στον μηχανισμό διαμόρφωσης του Υπερεγώ –ο οποίος λειτουργεί ήδη από την παιδική ηλικία και σχετίζεται με τη λειτουργία της ταύτισης με το πρόσωπο του πατέρα-αυθεντία– και στο μηχανισμό της ιδεολογίας.

Το Υπερεγώ λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός που εξατομικεύει το συλλογικό, το ενσωματώνει στο άτομο, και το μετασχηματίζει με σκοπό να το εξωτερικεύσει ξανά ως επιμέρους, ατομικές αλλά ομοιογενείς πρακτικές, με τρόπο που να αναπαράγονται ως συλλογικές πρακτικές σε μια κυκλική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα για το Υπερεγώ, αυτό εσωτερικεύει τις εντολές της εξωτερικής εξουσίας και στη συνέχεια το άτομο αποδίδει τις ιδιότητες του Υπερεγώ του στους φορείς της εξωτερικής εξουσίας, μέσω της διαδικασίας της προβολής. Έτσι, οι αυθεντίες εξιδανικεύονται και απαλλάσσονται από την κριτική, με αποτέλεσμα να επανεσωτερικεύονται.[17]

«Η σχέση μεταξύ Υπερεγώ και αυθεντίας είναι, λοιπόν, πολύπλοκη. Από τη μία μεριά, το Υπερεγώ είναι εσωτερικευμένη αυθεντία και η αυθεντία το προσωποποιημένο Υπερεγώ, από την άλλη η σύμπραξη αυτών των δύο δημιουργεί την εκούσια υπακοή και υποταγή που χαρακτηρίζουν την κοινωνική πρακτική σε τόσο εκπληκτικό βαθμό. Με το σχηματισμό του Υπερεγώ ήδη από τα πρώτα παιδικά χρόνια ως μιας αρχής που προϋποθέτει ότι το μικρό παιδί φοβάται τον πατέρα και ταυτόχρονα επιθυμεί την αγάπη του, η οικογένεια επιβεβαιώνεται ως σημαντική βοήθεια για τη δημιουργία της μεταγενέστερης ικανότητας του ενηλίκου να πιστεύει σε αυθεντίες και να υποτάσσεται σε αυτές». Σε αυτό το σημείο τονίζεται, ωστόσο, ότι η αυθεντία του πατέρα στηρίζεται στη δομή της αυθεντίας της συνολικής κοινωνίας και δεν αποτελεί απλώς μια μορφή αυθεντίας η οποία συμπληρώνεται από κοινωνικές αυθεντίες.[18]

Πώς μπορεί, όμως, να εξηγηθεί η ιδιότυπη απόλαυση που νιώθουν πολλοί υποταγμένοι στην αυθεντία; Προφανώς δεν πρόκειται για κάποιο «ένστικτο υποταγής» η ικανοποίηση του οποίου προκαλεί ευφορία, αλλά για ένα σύνθετο κοινωνικά και ιστορικά καθοριζόμενο ψυχικό φαινόμενο. Η απόλαυση της υπακοής είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της μαζοχιστικής προσωπικότητας.

Σύμφωνα με τον Freud, μια χαρακτηρολογική δομή που περιλαμβάνει τον μαζοχισμό εμπεριέχει αναγκαστικά και τον σαδισμό. Οι μαζοχιστικές τάσεις επιδιώκουν να παραδώσουν το άτομο στην εξουσία, καταργώντας την προσωπικότητά του, ενώ οι σαδιστικές επιδιώκουν να μετατρέψουν έναν άλλον σε άβουλο ον, υποχείριο του σαδιστή. Η συνύπαρξη σε ένα άτομο σαδιστικών και μαζοχιστικών τάσεων δημιουργεί και την αντίστοιχη αμφιθυμία του σαδομαζοχιστικού ατόμου απέναντι σε άλλους ανθρώπους: η συμπάθειά τους στρέφεται υπέρ των ισχυρών, ενώ η επιθετικότητά τους τάσσεται ενάντια στους αδύναμους και τους ανίσχυρους. Η συμπάθεια προς τον εξουσιαστή είναι μετασχηματισμένο αποτέλεσμα του φόβου και του δέους που καταγράφονται ως αρχικά συναισθήματα. Με αυτόν τον τρόπο ο σαδομαζοχιστικός χαρακτήρας είναι δυνατόν να απολαμβάνει την υποταγή στον εντολέα του. Εξάλλου, όπως αναφέρει και ο Fink, ο σαδιστής «αντλεί ικανοποίηση από την εκδραμάτιση της ίδιας της πράξης που απαιτεί να αποχωριστεί την πηγή της ικανοποίησής του».[19]

Ταυτόχρονα με τον μετασχηματισμένο σε αγάπη φόβο, υπάρχει –συχνά απωθημένο– και το μίσος ή ο φθόνος. Η αυθεντία, προκειμένου να μη γίνει αποδέκτης του μίσους αυτού καλλιεργεί τη διαίρεση των ισχυρών σε δύο κατηγορίες: στην αυθεντία που ο εξουσιαζόμενος νιώθει «δική του» και στην «αλλότρια» αυθεντία, αυτή που η προηγούμενη αυθεντία αντιλαμβάνεται ως εχθρό της. Από την άλλη, όλη η κρυμμένη εχθρότητα προς τον ισχυρό εκφράζεται μπροστά στον ανίσχυρο [20].

Η μαζοχιστική τάση απέναντι στην αυθεντία ικανοποιεί τόσο την ανάγκη για μείωση του φόβου[21] όσο και την επιθυμία για μεγαλείο και δύναμη».[22] Αν σε αυτό συνυπολογίσουμε ότι ολόκληρη η κοινωνική δομή στηρίζεται σε σχέσεις εξάρτησης, σχέσεις εντολής-υπακοής, συμπεραίνουμε ότι η διατήρηση και η αναπαραγωγή των σαδομαζοχιστικών τάσεων στους ανθρώπους αποτελεί συστατικό στοιχείο για την αναπαραγωγή της υπάρχουσας κοινωνικής δομής.

«Στις αυταρχικές κοινωνίες βρίσκουν την ικανοποίησή τους τόσο οι μαζοχιστικές όσο και οι σαδιστικές τάσεις. Ο καθένας είναι ενταγμένος σε ένα σύστημα εξαρτήσεων προς τα πάνω και προς τα κάτω. Όσο χαμηλότερα βρίσκεται η θέση ενός ατόμου μέσα σε αυτή την ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη, ποσοτικά και ποιοτικά, είναι η εξάρτησή του από υψηλότερες αρχές. Πρέπει να υπακούει στις αρχές του άμεσου προϊσταμένου του, ο οποίος όμως δέχεται εντολές από ακόμη υψηλότερα ιστάμενους […]». Ακόμη και ο αρχηγός μιας κοινωνίας ικανοποιεί τα μαζοχιστικά του ένστικτά, καθώς υποτίθεται ότι υπακούει στον ύψιστο θεό ή σε κάποια αντίστοιχη δύναμη. Εξάλλου, σαδιστικές τάσεις δεν ικανοποιούν μόνο τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα που μπορούν να τις ασκήσουν στα κατώτερα, αλλά και τα ίδια τα κατώτερα στρώματα «εξασκούνται» πάνω στις γυναίκες ή τα ζώα ή, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, επιστρατεύονται οι δούλοι και οι φυλετικές μειονότητες.[23]


 

* Το κείμενο αποτελεί μέρος συλλογικής εργασίας για το μάθημα «Θεωρίες για το φασιστικό και το ναζιστικό φαινόμενο» του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών “Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία”.

Σημειώσεις

[1]                      T. W. Adorno, Else Frenkel-Brunswik, Daniel J. Levinson και R. Nevitt Sanford, The Authoritarian Personality, Νέα Υόρκη: Harper and Row, 1950, σ. 2.

[2]                      Julien Bordier, «À propos de la personnalité autoritaire», Variations [στο διαδίκτυο], τεύχος 12, 2008, http://variations.revues.org/246 (τελευταία πρόσβαση 29.5.2013).

[3]               Adorno κ.ά., ό.π., σ. 8.

[4]               Στο ίδιο, σ. 1.

[5]               Martin Jay, Η διαλεκτική φαντασία. Μια ιστορία της Σχολής της Φρανκφούρτης και του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας 1923-1950 (μτφ.: Φώτης Τερζάκης), Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2009, σ. 242.

[6]               Το ΤΑΤ τεστ έχει στόχο τη διερεύνηση των δυναμικών της προσωπικότητας που βρίσκονται σε συνειδητό ή μη συνειδητό επίπεδο, όπως κεντρικές ενορμήσεις, εσωτερικές συγκρούσεις, ενδιαφέροντα και κίνητρα.

[7]               Adorno κ.ά., ό.π., σ. 13.

[8]                      10  Margaret Wetherell (επιμ.), Ταυτότητες, ομάδες και κοινωνικά ζητήματα (μτφ: Νίκος Μποζατζής), Αθήνα: Μεταίχμιο, 2005, σ. 282.

[9]               Erich Fromm, «Μελέτη από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας», στο M. Horkheimer, E. Fromm, H. Marcuse Αυθεντία και οικογένεια (μτφ.: Λευτέρης Αναγνώστου), Αθήνα: Νήσος, 1995, σ. 172.

[10]                    Jay, ό.π., σ. 245.

[11]    Adorno κ.ά., ό.π., σσ. 337-389.

[12]               Fromm, ό.π., σσ. 186-187.

[13]               Μεθοδολογικά, ο ίδιος λειτουργεί πάντοτε στο πλαίσιο της αντίληψης ότι η ψυχολογική έρευνα όχι μόνο δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την καθημερινή κοινωνική ζωή, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη της ότι το εν λόγω κοινωνικό πλαίσιο παράγει και αναπαράγει τις υπό ανάλυση ψυχικές τάσεις.

[14]               Fromm, ό.π., σ. 122.

[15]               Στο ίδιο, σσ. 122-124.

[16]               Στο ίδιο, σσ. 129-130.

[17]               Στο ίδιο, ό.π., σ. 130.

[18]               Στο ίδιο, σσ. 133-134.

[19]               Bruce Fink, Κλινική εισαγωγή στην ψυχανάλυση. Θεωρία και τεχνική (μτφ.: Νίκος Ηλιάδης), Αθήνα: Πλέθρον, 2006, σ. 248.

[20]               Fromm, ό.π., σσ. 167-170.

[21]                      Μέσω της παροχής πλασματικής ασφάλειας, μετάθεσης των ευθυνών στον «ανώτερο», και εμπέδωσης της συνθήκης ότι το άτομο που υπακούει στην αυθεντία απλώς εκτελεί εντολές.

[22]                    Fromm, ό.π., σ. 177.

[23]                    Στο ίδιο, σσ. 170-171.

Advertisements