Ετικέτες

,

 

IMG_2411 (3)

photo©Katerina Konstantinidou

φρατρίες λόγου

Η πιο επιφανειακή και πιο ορατή μορφή των συστημάτων περιορισμού απαρτίζεται απ’ όσα μπορούμε να συγκεντρώσουμε κάτω απ’ το όνομα της τελετουργίας. Η τελετουργία καθορίζει τα προσόντα που οφείλουν να έχουν οι ομιλητές (και τους υποχρεώνει να παίρνουν αυτή τη θέση ή να διατυπώνουν εκείνο το συμπέρασμα μες τη λειτουργία του διαλόγου, της ερώτησης, της αφήγησης)· καθορίζει τις χειρονομίες, τις συμπεριφορές, τις περιστάσεις κι όλο το σύνολο των σημείων που οφείλουν να περιβάλλουν την αγόρευση· καθορίζει, τέλος, την υποτιθέμενη ή επιβεβλημένη αποτελεσματικότητα της κουβέντας, την επιρροή της, τα όρια της καταναγκαστικής της αξίας. Οι θρησκευτικές, νομικές, θεραπευτικές και σ΄ένα μέτρο ακόμα και οι πολιτικές αγορεύσεις υπακούουν στη διαδικασία μιας κάποιας τελετουργίας που καθορίζει στους ομιλητές ταυτόχρονα ιδιότητες μοναδικές και κατάλληλους ρόλους.

Κάπως διαφορετικά λειτουργούν και οι «φρατρίες λόγου», έχουν σαν έργο τη διαφύλαξη και την παραγωγή της αγόρευσης με σκοπό τη διακίνησή της μέσα σ’ ένα κλειστό κύκλωμα και την κατανομή της σύμφωνα με αυστηρούς κανόνες, χωρίς οι κάτοχοί της να είναι αποστερημένοι απ’ αυτή την ίδια την κατανομή. Ένα απ’ τα αρχαϊκά μοντέλα συναντάμε στις ομάδες ραψωδών, που κατείχαν τη γνώση των ποιημάτων που απάγγελαν ή που ενδεχόμενα τροποποιούσαν και διασκεύαζαν· αυτή η γνώση όμως, αν και είχε σαν σκοπό μια τελικά τελετουργική απαγγελία, ήταν καλά φυλαγμένη, προστατευμένη και διατηρημένη μες την καθορισμένη ομάδα, με τη βοήθεια των πολυπλοκότατων ασκήσεων μνήμης που προϋπόθετε·  η μαθήτευση εισήγαγε ταυτόχρονα μέσα σε μία ομάδα και σ’ ένα μυστικό, που η απαγγελία εκδήλωνε αλλά δεν κοινοποιούσε· ανάμεσα στο λόγο και στην ακρόαση οι ρόλοι δεν ήταν ανταλλάξιμοι.

Βέβαια δεν υπάρχουν πια καθόλου παρόμοιες «φρατρίες λόγου» με το αμφίβολο παιχνίδι του μυστικού και της διάδοσης. Αλλ’ ας μη γελιόμαστε·  τέτοιες μορφές του μυστικού και του μη ανταλλάξιμου συναντάμε τόσο στην τάξη της αληθινής όσο και στην τάξη της διαδομένης και απαλλαγμένης από κάθε τελετουργία αγόρευσης. Μπορεί το γράψιμο έτσι όπως έχει θεσμοποιηθεί σήμερα μές το βιβλίο, στο σύστημα της έκδοσης και στο πρόσωπο του συγγραφέα, να ‘χει μια θέση μέσα σε μια «φρατρία του λόγου», ακαθόριστη ίσως αλλά αναμφίβολα καταναγκαστική. Η διαφοροποίηση του συγγραφέα, που αδιάκοπα αντιπαρατίθεται απ’αυτόν τον ίδιο στη δραστηριότητα κάθε άλλου υποκειμένου γραφής ή ομιλίας, ο αμετάβατος χαρακτήρας που αποδίδει στην κουβέντα του, η βασική μοναδικότητα που απονέμει ήδη από καιρό πριν στη «γραφή», η επιβεβαιωμένη ασυμμετρία ανάμεσα στη «δημιουργία» και σ’ οποιαδήποτε χρησιμοποίηση του γλωσσολογικού συστήματος, όλ’ αυτά δείχνουν καθαρά μες στη διατύπωση (και τείνουν εξάλλου ν’ ανανεώνουν μες στο σύνολο των πρακτικών) την ύπαρξη μιας κάποιας «φαρτρίας λόγου». Υπάρχουν όμως κι άλλες ακόμη, που λειτουργούν εντελώς αλλιώτικα και σύμφωνα μ΄ ένα καθεστώς αποκλειστικότητας και διάδοσης: αρκεί να θυμηθούμε το επιστημονικό ή τεχνικό μυστικό, τις μορφές διάδοσης και κυκλοφορίας της αγόρευσης της ιατρικής· ας σκεφτούμε όσους ιδιοποιούνται τον οικονομικό και πολιτικό λόγο.

Με μια πρώτη ματιά, τα «δόγματα» (θρησκευτικά, πολιτικά, φιλοσοφικά) δε συνιστούν παρά το αντίθετο μιας «φαρτρίας λόγου»: εδώ ο αριθμός των ομιλητών ακόμη κι αν δεν ήταν καθορισμένος έτεινε σ’ένα όριο και μόνο ανάμεσα σ’αυτούς μπορούσε ο λόγος να κυκλοφορεί και να διαδίδεται. Το δόγμα απεναντίας τείνει να διαδοθεί και η αλληλεξάρτηση των ατόμων που το πρεσβεύουν, όποιος κι αν είναι ο αριθμός τους, καθρίζεται μέσα απ’την προώθηση ενός και μόνο συνόλου αγορεύσεων. Φαινομενικά ο μόνος απαιτούμενος όρος είναι η αναγνώριση των ίδιων αληθειών και η απόδοση ενός ορισμένου κανόνα -περισσότερο ή λιγότερο εύπλαστου-συμμόρφωσης με τον έγκυρο λόγο αλλά, αν τα πράγματα ήταν έτσι, τα δόγματα δε θα διέφεραν καθόλου απ’τους επιστήμονικούς κλάδους γνώσης. Τότε ο έλεγχος της σκέψης θα επιβαλλόταν μονάχα στη μορφή ή στο περιεχόμενο του αποφαινόμενου κι όχι πάνω στο υποκείμενο της ομιλίας. Η δογματική ένταξη λοιπόν οδηγεί στην αμφισβήτηση ταυτόχρονα και του υποκείμενου της ομιλίας και του αποφαινόμενου του ενός μέσα από το άλλο. Αμφισβητεί το υποκείμενο της ομιλίας μέσα από το αποφαινόμενο, όπως το αποδεικνύουν οι διαδικασίες αποκλεισμού και οι μηχανισμοί απόρριψης που χρησιμοποιούνται μόλις κάποιος διατυπώσει ένα ή περισσότερα μη αφομοιώσιμα συμπεράσματα. Η αίρεση κι η ορθοδοξία δεν εξαρτιώνται από μια φανατική υπερβολή των δογματικών μηχανισμών· ανήκουν σ’αυτούς ουσιαστικά. Αλλά και αντίστροφα το δόγμα αμφισβητεί τα αποφαινόμενα μέσ’ απ’τα υποκείμενα της ομιλίας, στο μέτρο που ‘χει την αξία του σημείου, της εδκήλωσης και του οργάνου μιας πρότερης τοποθέτησης: τοποθέτησης ταξικής, κοινωνικού status ή φυλετικής, εθνικιστικής ή τοποθέτησης που γίνεται λόγω συμφέροντος, τοποθέτησης που ‘χει σκοπό τον αγώνα, την αντίσταση, την εξέγερση ή την αποδοχή. Το δόγμα δένει τα άτομα με μια ορισμένη τυπολογία της έκφρασης και τους απαγορεύει κατά συνέπεια κάθε άλλη. Αλλά αντίστροφα χρησιμοποιώντας άλλους τύπους έκφρασης τα δένει μεταξύ τους διαφοροποιώντας τα απ’ όλα τ’ άλλα. Το δόγμα λοιπόν πραγματοποιεί μια αδιπλή υποδούλωση: υποδούλωση των υποκειμένων στο λόγο και του λόγου στην ομάδα των δυνατών, τουλάχιστον, ομιλητών.

Τέλος, σε μια πολύ πιο μεγάλη κλίμακα, πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στις μεγάλες τομές αυτού που θα ονομάζαμε κοινωνική ιδιοποίηση του λόγου. Ξέρουμε καλά πως η εκπαίδευση, παρόλο που δικαιωματικά είναι το όργανο μέσω του οποίου ο καθένας, σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, μπορεί να πατήσει το κατώφλι οποιουδήποτε τύπου αγόρευσης, ακολουθεί μέσα στην κατανομή της, μέσα σ’ ό,τι επιτρέπει ή απαγορεύει, τις γραμμές που χαράζουν οι αποστάσεις, οι αντιθέσεις κι οι κοινωνικοί αγώνες. Κάθε εκπαιδευτικό σύστημα είναι ένας πολιτικός τρόπος κατοχύρωσης ή τροποποίησης της ιδιοποίησης του λόγου, μαζί με τις γνώσεις και τις εξουσίες που τον συνοδεύουν.

Ξέρω βέβαια καλά πως ο διαχωρισμός που έκανα πριν από λίγο ανάμεσα σε τελετουργικούς τύπους του λόγου, σε «φρατρίες του λόγου», σε δογματικές ομάδες και σε κοινωνικές ιδιοποήσεις είναι πολύ αφηρημένος. Τις περισσότερες φορές δένονται μεταξύ τους και δημιουργούν κάτι σαν μεγάλα οικοδομήματα που κάνουν δυνατή την κατανομή των υποκειμένων της αγόρευσης σε διαφορετικούς τόπους ομιλίας και την ιδιοποίηση του λόγου από ορισμένες κατηγορίες ατόμων. Ας πούμε με μια λέξη πως εδώ βρίσκονται οι μεγάλες διαδικασίες υποδούλωσης του λόγου. Μετά απ’ όλα αυτά, τι άλλο είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα έξω από μια τελετουργικοποίηση του λόγου·  έξω από ένα χαρακτηρισμό κι ένα προσδιορισμό των ρόλων των ομιλητών· έξω από τη σύσταση μιας κάποιας δογματικής ομάδας· έξω από μια κατανομή και μια ιδιοποίηση του του λόγου μαζί με τις εξουσίες του και τις γνώσεις του; Τί άλλο είναι η «γραφή»( εννοώ εκείνη των «συγγραφέων») έξω απ’ ένα παρόμοιο σύστημα υποδούλωσης, που παίρνει ενδεχόμενα κάπως διαφορετικές μορφές αλλά πάνω στα ίδια βασικά στοιχεία; Μήπως το νομικό σύστημα, καθώς και το θεσμικό σύστημα της ιατρικής, δεν αποτελούν κι αυτά σ’ένα μέτρο σύστηματα υποδούλωσης του λόγου, τουλάχιστον από μερικές απόψεις;

 

Απόσπασμα από το βιβλίου του Μισέλ Φουκώ
«Η τάξη του λόγου»

_

 

Advertisements