Ετικέτες

, , , , ,


 

 

Απόσπασμα 2

Ναι, την ώρα αυτή κοιμούνται κι αυτό είναι ενθαρρυντικό αφού η μεγαλύτερη επιθυμία μιας ανήσυχης καρδιάς είναι να έχει δικό του αιώνια το πλάσμα που αγαπάει ή να μπορεί να βυθίζει το πλάσμα αυτό, όταν έχει φτάσει ο καιρός της απουσίας, σ’ έναν δίχως όνειρα ύπνο που να μη μπορεί να τελειώσει παρά μόνο τη μέρα που θα ξανασμίζει μ αυτό. (σελ.122-123)

Απόσπασμα 3

(Ραμπέρ) Ξέρετε γιατρέ, είπε, σκέφτηκα πολύ την οργάνωσή σας. Αν δεν είμαι μαζί σας είναι γιατί έχω τους λόγους μου. Για όλα τ’ άλλα, νομίζω πως θα μπορούσα να πληρώσω και με τη ζωή μου ακόμα, πήρα μέρος στον πόλεμο της Ισπανίας.
– Με ποιους; ρώτησε ο Ταρού.
– Με τους νικημένους. Από τότε όμως έχω κάπως σκεφτεί.
– Τι; έκανε ο Ταρού.
– Το θάρρος. Ξέρω τώρα ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για ανδραγαθήματα. Αν ωστόσο δεν είναι ικανός για μεγάλα αισθήματα δε μ’ ενδιαφέρει.
– Υπάρχει η εντύπωση πως είναι ικανός για όλα, είπε ο Ταρού.
– Όχι, είναι ανίκανος να υποφέρει ή να είναι ευτυχισμένος για πολύ καιρό. Δεν είναι, κατά συνέπεια, ικανός για κάτι που αξίζει τον κόπο.

Τους κοίταξε και κατόπιν:

-Για να δούμε, Ταρού, είσαστε ικανός να πεθάνετε για έναν μεγάλο έρωτα;
– Δεν ξέρω, αλλά τώρα μου φαίνειται πως δεν είμαι.
– Το βλέπετε; Ενώ είσατε ικανός να πεθάνετε για μια ιδέα, είναι ολοφάνερο. Ε, λοιπόν, εγώ, μπούχτισα από ανθρώπους που πεθαίνουν για μια ιδέα. Δεν πιστεύω στον ηρωισμό, ξέρω ότι είναι κάτι εύκολο, κι έμαθα πως ήταν ένας φονιάς. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να ζούμε και να πεθαίνουμε γι αυτό που αγαπάμε.

Ο Ριε είχε ακούσει προσεκτικά τον δημοσιογράφο. Χωρίς να πάψει να τον κοιτάζει, είπε ήσυχα:
– Ο άνθρωπος δεν είναι ιδέα Ραμπέρ.

Ο άλλος πήδησε απ’το κρεββάτι του με φλογισμένο από πάθος πρόσωπο.

-Είναι ιδέα και μάλιστα μικρή, απ’ τη στιγμή που παραστρατίζει απ την αγάπη. Και τότε δεν είμαστε πια ικανοί να αγαπάμε. Ας το πάρουμε απόφαση, γιατρέ. Ας περιμένουμε να γίνουμε ικανοί γι’ αγάπη κι αν αυτό είναι πραγματικά ακατόρθωτο, ας περιμένουμε τη γενική λύτρωση, χωρίς να παριστάνουμε τους ήρωες. Εγώ δε θα προχωρήσω περισσότερο.

Ο Ριε σηκώθηκε με ύφος ξαφνικής κούρασης.

-Έχετε δίκιο Ραμπέρ, απόλυτα δίκιο και για τίποτα στον κόσμο δεν θα ‘θελα να σας αποτρέψω απ΄αυτό που θα κάνετε, που το βρίσκω σωστό και καλό. Πρέπει ωστόσο, να σας πω : δεν υπάρχει θέμα ηρωισμού μέσα σ’ όλα αυτά. Πρόκειται για εντιμότητα. Είναι μια ιδέα που μπορεί να κάνει μερικούς να γελάσουν, ο μόνος όμως τρόπος για να καταπολεμήσει κανείς την πανούκλα είναι η εντιμότητα.

-Και τι είναι η εντιμότητα; είπε ο Ραμπέρ ενώ το ύφος του έγινε ξαφνικά σοβαρό.

-Σε γενικές γραμμές δεν ξέρω τι είναι. Στην περίπτωσή μου, ωστόσο, ξέρω πως σημαίνει να ασκώ το επάγγελμά μου.

-Α, είπε μανιασμένος ο Ραμπέρ, εγώ δεν ξέρω ποιο είναι το επάγγελμά μου. Μπορεί στ’ αλήθεια να σφάλλω διαλέγοντας την αγάπη.

Ο Ριε τον κοίταξε κατάφατσα:

-Όχι, είπε με ορμή, δε σφάλλετε.

Ο Ραμπέρ τους κοίταζε σκεφτικός.

-Εσείς οι δυο, υποθέτω δε θα ‘χατε τίποτε να χάσετε με όλ’ αυτά. Είναι πιο εύκολο να βρίσκεσαι με το μέρος του καλού.

Ο Ριε άδειασε το ποτήρι του.

-Άντε, είπε, έχουμε πολλή δουλειά.

Βγήκε.

Ο Ταρού τον ακολούθησε μα φάνηκε ν΄ αλλάζει γνώμη και τη στιγμή που θα ‘βγαινε, στράφηκε στο δημοσιογράφο και του ΄πε:
– Ξέρετε ότι η γυναίκα του Ριέ βρίσκεται σε θεραπευτήριο καμιά εκατοσταριά χιλιόμετρα μακριά από δώ;
Ο Ραμπέρ αναπήδησε έκπληκτος, ο Ταρού, ωστόσο, είχε κιόλας φύγει.
Την άλλη μέρα, μόλις ξημέρωσε, ο Ραμπέρ τηλεφώνησε στο γιατρό: Θα δεχόσαστε να δουλέψω μαζί σας, ώσπου να βρω το μέσο για να φύγω απ’ την πόλη;

Στην άλλη άκρη του σύρματος έγινε σιωπή και κατόπιν:
– Ναι, Ραμπέρ. Ευχαριστώ.
(σελ. 172-174)

Απόσπασμα 4

Σε όλη τη διάρκεια της πρώτης πράξης ο Ορφέας θρηνολόγησε με ευκολία, μερικές γυναίκες με χλαμύδες σχολίασαν με χάρη τη δυστυχία του και τραγούδησαν τον έρωτα με σύντομες άριες. Η αίθουσα αντέδρασε με διακριτικό ενθουσιασμό. Είναι ζήτημα εάν πρόσεξαν πως ο Ορφέας πρόσθεσε, στην άρια της δεύτερης πράξης κάτι τρεμουλιάσματα που δεν υπήρχαν σ’ αυτήν, και ζητούσε με κάπως υπερβολικό πάθος από τον άρχοντα της Κόλασης να συγκινηθεία από τα κλάματά του. Μερικές σπασμωδικές κινήσεις, που του ξέφυγαν, φάνηκαν στους πιο μυημένους σαν το αποτέλεσμα στυλιζαρίσματος, που έκανε καλύτερη την ερμηνεία του τραγουδιστή. Χρειάστηκε να ακουστείτο μεγάλο ντουέτο του Ορφέα και της Ευριδίκης στην τρίτη πράξη, (ήταν η στιγμή που η Ευριδίκη ξεφεύγει από τον αγαπημένο της), για να διατρέξει την αίθουσα κάποια έκπληξη. Και σαν να μην περίμενε ο τραγουδιστής παρά μόνο αυτή την κίνηση, ή, πιο σίγουρα ακόμα, σαν η βουή που ερχότανε από την πλατεία να επιβεβαίωνε ότι ένιωθε, διάλεξε εκείνη τη στιγμή για να προχωρήσει στη ράμπα με γκροτέσκο τρόπο, μ ανοιχτά χέρια και πόδια μέσα στο αρχαϊκής μόδας κουστούμι του, για να σωριαστεί μέσα στο ποιμενικό σκηνικό που δεν είχε πάψει ποτέ να ναι αναχρονιστικό, αλλά που για πρώτη φορά φάνηκε στα μάτια των θεατών τέτοιο με τρόπο φοβερό. Γιατί, την ίδια στιγμή, η ορχήστρα σταμάτησε, οι άνθρωποι από την πλατεία σηκώθηκαν όρθιοι και άρχισαν, σιγά σιγά, να αδειάζουν την αίθουσα πρώτα σιωπηλά, όπως βγαίνει κανείς από εκκλησία μόλις τελειώσει η λειτουργία, ή από νεκροθάλαμο αφού επισκέφθηκε το νεκρό ᾿ οι γυναίκες μαζεύοντας τις φούστες τους και βγαίνοντας με σκυφτό το κεφάλι κι άντρες οδηγώντας τις συντρόφισσες τους, που τις κρατούσαν απ τον αγκώνα και προσέχοντας να μη σκοντάψουν στα στασίδια. Σιγά σιγά, ωστόσο, η κίνηση άρχισε να γίνεται πιο γρήγορη, ο ψίθυρος μεταβλήθηκε σε επιφώνημα, και το πλήθος ρίχτηκε στις εξόδους και στριμώχτηκε για να καταλήξεις σε σπρωξιές και ξεφωνητά. Ο Κοτάρ και ο Ταρού, που χαν απλώς σηκωθεί, έμειναν μόνοι να αντικρίζουν μια απ τις εικόνες της ζωής τους όπως είχε καταντήσει εκείνο το καιρό’ η πανούκλα πάνω στη σκηνή με τη μορφή ενός ξεχαρβαλωμένου σαλτιμπάγκου και, μέσα στην αίθουσα, μια περιττή πολυτέλεια, με τις ξεχασμένες βεντάλιες και τις δαντέλες που σέρνωνταν στις κόκκινες πολυθρόνες. (σελ. 206-207)

 

 

Απόσπασμα 5

Ο Ριέ είχε κιόλας αρχίσει ν’ ανεβαίνει τη σκάλα. Ο απέραντος, παγωμένος ουρανός αστραποβολούσε πάνω απ΄ τα σπίτια και τ’ άστρα, κοντά στους λόφους, γίνονταν σκληρά σαν τσακμακόπετρες. Τούτη η νύχτα δεν ήταν πολύ αλλιώτικη από τη νύχτα εκείνη, που ο Ταρού κι αυτός είχαν ανέβει σε αυτήν εδώ τη ταράτσα για να ξεχάσουν την πανούκλα. Η θάλασσα στα πόδια των βράχων έκανε τώρα περισσότερο θόρυβο από τότε. Ο αγέρας ήταν ασάλευτος κι ελαφρύς· είχε απαλλαγεία απ’ τις αλμυρές πνοές που  ‘φερνε ο χλιαρός φθινοπωριάτικος άνεμος. Η βουή απ’ την πόλη, ωστόσο χτυπούσε πάντα στις άκριες στις ταράτσες με το θόρυβο που κάνουν τα κύματα. Η νύχτα αυτή, ωστόσο, ήταν η νύχτα της λύτρωσης κι όχι της εξέγερσης. Πέρα μακριά, μερικές κοκκινόμαυρες ανταύγειες πρόδιναν τη θέση, που βρίσκονταν οι λεωφόροι κι οι φωταγωγημένες πλατείες. Μέσα στην απευλευθερωμένη τώρα νύχτα, ο πόθος γινόταν αχαλίνωτος κι ήταν το μπουμπουνητό του αυτό που ‘φτανε ως τον Ριέ.

Απ’ το σκοτεινό λιμάνι υψώθηκαν τα πρώτα πυροτεχνήματα απ’ τους επίσημους πανηγυρισμούς. Η πόλη τα χαιρέτισε μ’ ένα μακρόσυρτο κι υπόκωφο επιφώνημα. Ο Κοτάρ, ο Ταρού, κι εκείνη που ο Ριέ αγάπησε κι έχασε, όλοι τους, νεκροί ή ένοχοι, είχαν ξεχαστεί. Ο γέρος είχε δίκιο, οι άνθρωποι ήταν πάντα ίδιοι. Αυτή ήταν, ωστόσο, η δύναμη κι η αθωότητά τους κι εδώ, πάνω από κάθε πόνο, ο Ριέ ένιωθε ότι ξανάσμιγε μαζί τους. Ανάμεσα στα ξεφωνητά που γίνονταν όλο και πιο δυνατά και μακρόσυρτα, που η αντανάκλαση απ΄τον απόηχό του έφτανε ως τη βάση της ταράτσας, καθώς οι πολύχρωμες δέσμες υψώνονταν όλο και πιο πολλές στον ουρανό, ο γιατρός Ριέ αποφάσισε να συντάξει την αφήγηση, που τελειώνει εδώ, για να μην είναι ένας απ΄ αυτούς που σωπαίνουν, γιαν καταθέσει για τους πανουκλιασμένους, για ν’αφήσει, τουλάχιστον, μια ανάμνηση απ΄την αδικία και τη βιαιότητα, που έγιναν σε βάρος τους και για να πει μόνο τι διδάσκει απ΄τις συμφορές, ότι υπάρχουν στον άνθρωπο περισσότερα πράγματα να θαυμάσεις παρά να περιφρονήσεις.

Ήξερε, ωστόσο, ότι το χρονικό αυτό δεν μπορούσε να ‘ναι το χρονικό της οριστικής νίκης. Μπορούσε ν’αποτελέσει μόνο τη μαρτυρία όσων χρειάστηκε να επιτελέσουν και που, ίσως. έπρεπε να επιτελέσουν ακόμα, ενάντια στον τρόμο και στο ακούραστο όπλο του, όλοι οι άνθρωποι παρ΄ όλα τα προσωπικά τους βάσανα που, μην μπορώντας ν’ αγιάσουν και αρνούμενοι να επιδοκιμάσουν τις μάστιγες, προσπαθούν να μένουν γιατροί.

Και πραγματικά, καθώς ο Ριέ άκουγε τις χαρούμενες φωνές που ανέβαιναν απ’ την πόλη, θυμόταν ότι η ευθυμία αυτή πάντοτε απειλείται. Γιατί ήξερε ότι αυτός ο κόσμος που γλεντούσε, αγνοούσε, κι είναι κάτι που μπορούμε να το διαβάσουμε στα βιβλία, ότι ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει και δεν εξαφανίζεται ποτέ, ότι μπορεί να μένει κοιμισμένος ολόκληρες δεκάδες χρόνια μέσα στα έπιπλα και τ’ ασπρόρουχα, ότι περιμένει υπομονετικά στα δωμάτια, στα υπόγεια, στα σεντούκια, στα μαντίλια και στα χαρτιά, κι ότι μπορεί να φτάσει κάποτε η μέρα που για τη δυστυχία ή για να γίνει μάθημα στους ανθρώπους, η πανούκλα θα ξυπνήσει τα ποντίκια της και θα τα στείλει να ψοφήσουν σε μια ευτυχισμένη πολιτεία. (σελ.309-311)

 


CAM01585

Από το βιβλίο του
Camus, Albert «Πανούκλα»
Εισαγωγή: Πωλ Γκαγιάρ
Μετάφραση: Γιάννης Αγγέλου
Εκδοτικός Οίκος Ι. Ζαχαρόπουλος & ΣΙΑ Ο.Ε

 


Πανούκλα (1) >>>

Advertisements