Ετικέτες

, , ,

Διαβάζοντας το «Πανούκλα» του Καμύ, θέλησα να ξαναδιαβάσω  κάποια αποσπάσματα. Αυτά στο σύνολό τους ήταν τέσσερα. Το πρώτο το παραθέτω σε αυτή την ανάρτηση. Σε επόμενη θα συμπεριλάβω τα υπόλοιπα τρία και τέλος σε τριτη θα εκφράσω κάποιες σκέψεις σχετικά με το συγκεκριμένο έργο του.

Απόσπασμα1

«Οι μάστιγες είναι βέβαια κάτι το συνηθισμένο, δύσκολα ωστόσο, πιστεύεις στις μάστιγες όταν σου πέφτουν κατακέφαλα. Έχουν ξεσπάσει στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και πόλεμοι. Κι ωστόσο πανούκλες και πόλεμοι βρίσκουν πάντα τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν κι αυτός απροετοίμαστος, σαν όλους τους συμπολίτες μας και γι’ αυτό πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς του. Και πρέπει ακόμα να καταλάβουμε γιατί ταλαντευόταν ανάμεσα στην ανησυχία και τη σιγουριά του. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “ Δεν θα κρατήσει πολύ, είναι πολύ ανόητος”. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι, σίγουρα, πολύ ανόητο αυτός ωστόσο δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει πολύ. Η ανοησία πάντα επιμένει, θα μπορούσε κανείς να το διαπιστώσει αν δεν σκεφτόταν πάντα τον εαυτό του. Στο θέμα αυτό οι συμπολίτες μας ήταν όπως σ’ όλο τον κόσμο: σκέφτονταν τον εαυτό τους, ήταν μ’ άλλα λόγια ουμανιστές: δεν πίστευαν στις συμφορές. Η συμφορά δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, και, κατά συνέπεια, σκέφτονταν ότι η συμφορά είναι ανύπαρκτη, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Ωστόσο, δεν περνάει πάντα, κι από το ένα κακό όνειρο στο άλλο, τελικά, οι άνθρωποι πεθαίνουν και οι οουμανιστές πρώτοι, γιατί δεν έχουν άρει τα μέτρα τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν περισσότερο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν μόνο να ‘ναι μετριόφρονες, αυτό είναο όλο και σκέφτονταν πως όλα ήταν ακόμα δυνατά γι’ αυτούς, πράγμα που προϋπόθετε ότι οι συμφορές ήταν αδύνατο να υπάρχουν. Εξακολοθούσαν οι εμπορικές συναλλαγές, ετοίμαζαν ταξίδια κι είχαν τις απόψεις τους. Γιατί να σκέφτονταν την πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις; Νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι ενώ κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όσο υπάρχουν συμφορές.

Ακόμα κι όταν ο γιατρός Ριέ παραδέχτηκε μπροστά στο φίλο του ότι μια χούφτα σκόρπιοι άρρωστοι πέθαναν απροειδοποίητα από πανούκλα, ο κίνδυνος εξακολουθούσε να ΄ναι ανύπαρκτος γι’ αυτόν. Μόνο που όταν είναι κανείς γιατρός έχει σχηματίσει κάποια ιδέα για τον πόνο κι έχει λίγο περισσότερη φαντασία. Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο την πόλη του, που δεν είχε αλλάξει, μόλι τότε άρχισε ο γιατρός να νιώθει πως γεννιόταν μέσα του αυτή η ελαφριά λιποψυχία, που την ονομάζουν ανησυχία. Προσπαθούσε να συγκεντρώσει στο μυαλό του όσα ήξερε για την αρρώστια αυτή. Διάφοροι αριθμοί τριγύριζαν στη μνήμη του και σκεφτόταν ότι οι τριάντα μεγάλες επιδημίες πανούκλας, που γνώρισε η ιστορία, άφησαν γύρω στα εκατό εκατομμύρια νεκρούς. Τι είναι όμως εκατό εκατομμύρια νεκροί; Όταν έχεις κάνει έναν πόλεμο είναι ζήτημα αν ξέρεις τι σημαίνει ένας νεκρός. Κι αφού ένας νεκρός δε σημαίνει τίποτα, αν δεν τον έχεις δει με τα μάτια σου, εκατό εκατομμύρια πτώματα σπαρμένα στο διάβα της ιστορίας, δεν είναι παρά μόνο καπνός στη φαντασία. Ο γιατρός θυμόταν την πανούκλα της Κωνσταντινούπολης που, κατά τον Προκόπιο, είχε δέκα χιλιάδες θύματα τη μέρα. Δέκα χιλιάδες νεκροί είναι όσο τρεις φορές το κοινό ενός μεγάλου κινηματογράφου. Να τι έπρεπε να κάνουν. Μαζεύουν τον κόσμο στην έξοδο πέντε κινηματογράφων, τους πάνε σε μια πλατεία της πόλης και τους θανατώνουν σωρηδόν για να πάρουν μια ιδέα. Το πολύ πολύ να ‘βαζαν και μερικά γνωστά πρόσωπα πάνω σ΄αυτό τον ανώνυμο σωρό. Αλλά, όπως είναι φυσικό, είναι αδύνατο να γίνει πραγματικότητα αυτό και, κατόπιν, ποιος γνωρίζει δέκα χιλιάδες πρόσωπα; Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, οι άνθρωποι σαν τον Προκόπιο δεν ήξεραν να μετράνε. Πριν εβδομήντα χρόνια, στην Καντώνα, είχαν ψοφήσει σαράντα χιλιάδες ποντικοί πριν η συμφορά αρχίσει να ενδιαφέρεται για τους κατοίκους. Το 1871, ωστόσο, δεν υπήρχει τρόπος να μετράνε τους ποντικούς. Τους υπολόγιζαν χοντρικά, με πολλές πιθανότητες να κάνουν λάθη. Κι όμως, αν το μάκρος ενός ποντικού είναι τριάντα εκατοστά, σαράντα χιλιάδες ποντικοί, ο ένας πίσω απ’ τον άλο, μας κάνουν…

Ο γιατρός στο μεταξύ ανυπομονούσε. Είχε πέσει σε αδράνεια κι αυτό δεν ήταν σωστό. Μερικά κρούσματα δεν αποτελούν επιδημία, αρκεί να πάρουν μέτρα. Έπρεπε να περιοριστεί σ’ ό,τι γνώριζαν, στην αφασία και στην κατάπτωση, στα κοκκινισμένα μάτια, στο βρόμικο στόμα, στους πονοκέφαλους, στους βουβώνες, στη φοβερή δίψα, στο παραλήρημα, στις κηλίδες στο σώμα, στο ξέσκισμα των σωθικών και στο τέλος όλων αυτών… Στο τέλος όλων αυτών μια φράση ξαναρχόταν στο μυαλό του γιατρού Ριέ, η φράση που μ΄αυτήν ακριβώς έκλεινε στο εγχειρίδιό του την απαρίθμηση των συμπτωμάτων: “ Ο σφυγμός εξασθενίζει κι ο θάνατος επέρχεται έπειτα από μια ασήμαντη κίνηση”. Ναι, στο τέλος απ’ όλα αυτά, κρέμεσαι από μια κλωστή και τα τρία τέταρτα των ανθρώπων, αυτός ήταν ο ακριβής αριθμός, ήταν αρκετά ανυπόμοινοι ώστε να κάνουν αυτή την αδιόρατη κίνηση που τους γκρέμιζε στο χάος.»


 

CAM01585

Από το βιβλίο του
Camus, Albert «Πανούκλα»
Εισαγωγή: Πωλ Γκαγιάρ
Μετάφραση: Γιάννης Αγγέλου
Εκδοτικός Οίκος Ι. Ζαχαρόπουλος & ΣΙΑ Ο.Ε

(σελ.53-56)

 

by K.K.(Carina)


 

Advertisements