Ετικέτες

, , , , ,

img_1812_

photo by©Katerina Konstantinidou

 

«Ω κοπέλα, πέσε πάλι στο νερό, για να μου δοθεί, μια δεύτερη φορά, η ευκαιρία να σώσω και τους δυο μας!». Δεύτερη φορά, ε, τι απερισκεψία! Για φανταστείτε, αγαπητέ μετρ, να παίρναν τα λόγια μας στα σοβαρά. Θα ‘πρεπε τότε να το κάνουμε. Μπρρ..! Το νερό είναι τόσο κρύο! Αλλά δεν χρειάζεται ν’ ανησυχούμε! Είναι πολύ αργά τώρα, θα είναι πάντα πολύ αργά. Ευτυχώς!»

«Ο Ζαν-Μπατίστ Κλαμάνς είναι ένας «ήρωας της εποχής μας»: η εξυπνάδα του να στέκεται πάντα στη «σωστή» πλευρά της ζωής τον κάνει έναν άντρα ικανοποιημένο με τον εαυτό του, έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί την υποκρισία για να αρέσει στους άλλους. Μέχρι που μια νύχτα ακούει μιαν άγνωστή του γυναίκα να πέφτει στα νερά ενός ποταμού. Αυτός ο τόσο καλός, ο τόσο ελεήμων, ο τόσο συμφιλιωμένος με τη «σωστή», ανθρώπινη συμπεριφορά, δεν θα τη βοηθήσει και τότε όλα γύρω του θα καταρρεύσουν.(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

απόσπασμα από το βιβλίο Αλμπέρ Καμύ , "Η πτώση" Εκδόσεις Καστανιώτη,
Μετάφραση:Ν.Καρακίτσου-Ντουζε, Μαρία Κασαμπανογλου-Ρομπλεν

.


Ένα εξ-αιρετικό αφήγημα.
Ο ήρωας της Πτώσης είναι «κούφιος προφήτης για ασήμαντα χρόνια, Ηλίας χωρίς Μεσσία». Συστήνεται ως Ζαν-Μπατίστ Κλαμάνς, δηλαδή Ιωάννης Βαπτιστής Κήρυκας – «Clamence»εκ του clamer που σημαίνει κηρύσσω.
Ο Ζαν-Μπατίστ κάνει μια ζωή βασισμένη στη επιδίωξη της συμπάθειας των άλλων με λίγα «έξοδα». Ενας χαρακτήρας που με την «καθώς πρέπει» αλλά υποκριτική συμπεριφορά του, ικανοποιεί τους άλλους ώστε μέσα από την ικανοποίηση των άλλων να κερδίζει τη δική του.

Το ύψος ήταν η θέση από την οποία έβλεπε τον κόσμο. Απεχθανόταν τα βάθη.
«….στόχευα πιο ψηλά. Μιλούσα γι’ αυτά ακριβώς τα ύψη, τα μόνα όπου μπορώ να ζω. Ναι, ένιωθα άνετα μόνο σε ανώτερες καταστάσεις.
……Ήμουν ο άνθρωπος των υψιπέδων.
……Ένιωθα επιλεγμένος.»

Κάποια στιγμή όμως εγκαταλείπει τον «καθώς πρέπει» κόσμο και γίνεται ιδιοκτήτης του μπαρ «Mexico City». Το καθοριστικό γεγονός γι αυτή τη μεταστροφή του, συνέβη όταν ένα βράδυ περνώντας από τη γέφυρα Ρουαγιάλ, προσπέρασε μια σιλουέτα που κοιτούσε το ποτάμι. Κοντοστάθηκε και είδε μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα και συνέχισε τον δρόμο του: «Είχα κάνει κιόλας καμιά πενηνταριά μέτρα, όταν άκουσα το θόρυβο που, παρ’ όλη την απόσταση, μου φάνηκε τρομακτικός μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, τον παφλασμό από ένα σώμα που πέφτει στο νερό. Σταμάτησα απότομα, μα δεν γύρισα να κοιτάξω. […] Δεν ειδοποίησα κανέναν». Καταλαβαίνει πόσο ψεύτικος είναι, πόσο περίτεχνα έχει κατασκευάσει την εικόνα του «καλού ανθρώπου» και αρχίζει να πνίγεται. Μετά από κάποιες περιπέτειες, εγκαθίσταται στην Ολλανδία και αρχίζει το κήρυγμα. Γιατί στον συγκεκριμένο τόπο; «Εχετε προσέξει ότι τα ομόκεντρα κανάλια του Αμστερνταμ μοιάζουν με τους κύκλους της κόλασης;».

Η οπτική γωνία, η απόσταση απ την οποία κοιτά κανείς τον κόσμο και διαμορφώνει τις σχέσεις του με τους ανθρώπους είναι και ο τόπος στον οποίο κινείται και ανα-γνωρίζει. Οι άνθρωποι των υψιπέδων είναι αυτοί που το οπτικό τους πεδίο είναι η επιφάνεια των πραγμάτων. Η αποφυγή του να εισέλθει – στον ενδώτερο κόσμο, στον υπόγειο ανθρώπινο χώρο – αναδεικνύει (κάποιες φορές μοιραία) τη ματαιότητα των μεγάλων αποστάσεων. Αυτές εξυπηρετούν στην αντίληψη της σφαιρικότητας μιας επιφάνειας, απ’ την οποία όσο μεγαλώνει η αποστάση τόσο αδύνατη γίνεται η εστίαση και απομακρύνεται η δυνατότητα κατάδυσης.

Η θυσία είναι δομικό στοιχείο της αγάπης. Μέσω αυτού μπορεί κανείς να καταδυθεί.
Κάτι βέβαια που ήταν αδιανότητο για τον Ζαν – Μπατίστ.


Κείμενο ©Κ.Κ.-Carina

.

Advertisements