Ετικέτες

, ,

The Gustav Vigeland museum (Oslo, Norway)

The Gustav Vigeland museum (Oslo, Norway)

Σκηνή 1η

Μπήκα στην καταιγίδα. Με βήματα λαχανιασμένα από την προσπάθεια να τρέχω και να ισορροπώ, ενώ τα νερά της βροχής δημιουργούν λίμνες που γίνονται θάλασσες στα πόδια μου. Πλημμύρισαν τα παπούτσια μου, και σαν βάρκα που μπατάρει με τα κουπιά της ανίσχυρα να την κρατήσουν στην επιφάνεια, βυθίζονται στη θάλασσα της στεριάς. Η θέρμη της γης εξατμίζει τα νερά και μια ομίχλη, μια καταχνιά που απλώνεται γίνεται η εικαστική παρέμβαση της φύσης στο τοπίο της φαντασίας μου. Εκεί, με δυσκολία, διακρίνω κάτι να κινείται. Βλέπω το θηρίο να ‘ρχεται. Φόβος. Αρχίζω να τρέχω με μεγαλύτερη ταχύτητα. Όσο εγώ τρέχω το θηρίο μεγαλώνει, όμως αυτό μια αυταπάτη είναι. Η απόσταση παραμένει η ίδια. «Φύγε! φωνάζω τρομαγμένα. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να μη συναντηθώ μαζί του, μια ύστατη προσπάθεια να με εμψυχώσω. Σαν να φώναξε ο κανένας. Σαν να μη μίλησε κανείς. Ούτε ψίθυρος. Το θηρίο με ορμή και διασκελισμό γίγαντα, συνεχίζει να προχωράει. Εγώ σταθερά, συνεχίζω να τρέχω και να ισορροπώ. Να τρέχω και να ισορροπώ. Μια ακάματη επανάληψη. Κατά έναν ανεξήγητο λόγο δεν νιώθω κόπωση. Αυτή η επανάληψη και η αέναη προσπάθεια να συνεχίσω μέσα στην καταιγίδα, παρά τη θέα του θηρίου, στην οποία αναγνωρίζω κάτι οικείο και ανοίκειο μαζί…. Αυτό, το δεύτερο, γίνεται ο λόγος της διάθεσης αποφυγής συνάντησης μαζί του. Με κάνει να αναρωτηθώ χωρίς όμως να με ενδιαφέρει η όποια απάντηση, η όποια εξήγηση. Δεν καταλαβαίνω το λόγο και τον τρόπο που μπήκα σε αυτήν την καταιγίδα, την ύπαρξη του θηρίου σε αυτήν, την υποτιθέμενη συνάντηση μαζί του, ωστόσο συνεχίζω. Έχω την αίσθηση ότι συνεχώς με προσεγγίζει χωρίς όμως να μειώνεται η μεταξύ μας απόσταση. Σταματώ. Δεν του φωνάζω να φύγει. Σκέφτομαι, ας πάει ο καθένας όπου νομίζει. Όμως αυτή η σκέψη δεν είναι ικανή να δώσει λύση σε αυτή την αγωνία μου. Άρχισα να αναρωτιέμαι: Που πάω; Για πού το έβαλα; Γιατί μπήκα σε αυτή την καταιγίδα; Γιατί βρέχομαι χωρίς να σκουπίζομαι; Γιατί αγωνιώ; Τι επιδιώκω; Σιωπή εντός μου. Σιωπή εκτός μου. Η βροχή σταμάτησε. Η ορμή όμως που έχω από το τρέξιμο δεν σταματά. Συνεχίζω να τρέχω. Δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε. Όμως τώρα σαν να μειώθηκε λίγο η ταχύτητα. Το θηρίο αρχίζει να φαίνεται καλύτερα. Η θαμπάδα του υποχωρεί. Στέκεται πλέον ακίνητο απέναντί μου, στην ίδια όμως απόσταση. Νομίζω ότι μέσα από τα ατημέλητα και βρώμικα μαλλιά του φαίνονται τα μάτια του . Τρέχω και κοιτώ μια τα ματια του, μια τα πόδια μου. Τα μάτια του. Τα πόδια μου. Ξαφνικά, απότομα, σταματώ να τρέχω. Ακινησία. Πλέον βλέπω το βλέμμα του. Η καταιγίδα σταμάτησε. Απόλυτη ησυχία! Ούτε ανάσα. Παγωνιά. Μόνο αυτή η παγωνιά ανέπνεε βουβά. Η παγωνιά. Το θηρίο, στέκονταν πελώριο απέναντί μου. Με κοιτούσε απευθείας στα μάτια. Το αίσθημα της ανεπυθήμητης ακινησίας μου, όλο και δυναμώνει μέσα μου. Τα μάτια του γούρλωσαν. Το ένστικτο επιβίωσης λειτούργησε μέσα μου. Προσπαθώ να κλείσω τα δικά μου. Μάταια. Δεν καταφέρνω να σωθώ στα εντός μου σκοτάδια. Απόδραση. Η μόνη λύση. Ξαφνικά σύννεφα μαύρα. Σκοτεινιά και αέρας. Αέρας που δυναμώνει. Έντονο βουητό, κυριαρχεί, στα αυτιά μου και τα κρυώνει. Αυτό το βουητό ενώ είναι απόμακρο, ακούγεται καθαρά. Με κοντεύει. Κλάσματα δευτερολέπτου, και εγώ και το θηρίο είμαστε στην καρδιά ενός τυφώνα. Από το πουθενά για το πουθενά. Είμαι στην αγκαλιά του θηρίου. Γίναμε σκόνη. Εκτυφλωτική Σκόνη.

2η σκηνή >>>

Kείμενο: ©Κ.Κ.-Carina

_

Advertisements