Ετικέτες

, ,

oneirogeliou

V

Μάλιστα, μάλιστα, τα κατάφερα να τους διαφθείρω όλους! Πώς έγινε, δεν ξέρω, αλλά διατηρώ πολύ καθαρή τη θύμησή του. Το όνειρό μου, που διέσχισε χιλιάδες χρόνια, μου αφήνει μια αίσθηση συνέχειας· ξέρω μονάχα ότι εγώ υπήρξα η αιτία για το πρώτο αμάρτημα, όπως μια αρρώστια μεταδοτική, ένα μικρόβιο ικανό να μολύνει μια ολόκληρη αυτοκρατορία, έτσι μόλυνα με την παρουσία μου έναν τόπο τρυφής ως τότε αθώο. Έμαθαν να ψεύδονται και αρέσκονταν στο ψέμα κι έμαθαν την ομορφιά του ψέματος. Ίσως όλα αυτά να άρχισαν πολύ αθώα, σαν απλά παιχνίδια, από φιλαρέσκεια, κάτι σαν ευχάριστο παιχνίδι, και ίσως στην πραγματικότητα από κάποιο σπέρμα, αλλά το σπέρμα αυτό του ψέματος τρύπωσε μέσα στην καρδιά τους και τους φάνηκε αρεστό. Λίγο αργότερα γεννήθηκε η ηδονή· η ηδονή γέννησε τη ζήλεια, η ζήλεια τη σκληρότητα…. Αχ! δεν ξέρω, δεν θυμάμαι πια, αλλά σύντομα, πολύ γρήγορα, τινάχτηκαν οι πρώτες σταγόνες αίμα: ξαφνιάστηκαν, τρόμαξαν, αρχισαν να φεύγουν μακρυά ο ένας από τον άλλο, να χωρίζονται. Σχηματίστηκαν συμμαχίες, αλλά αυτές τώρα στρέφονταν η μια κατά της άλλης. Ακούστηκαν ονειδισμοί και επικρίσεις. Έμαθαν να ντρέπονται και την ντροπή την έκαναν αρετή. Το άισθημα της τιμής γεννήθηκε και κάθε συμμαχία ύψωσε το φλάμπουρό της. Άρχισαν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα και τα ζώα φεύγοντας κρύφτηκαν στα δάση και έγιναν επιθετικά. Μια εποχή αγώνων άρχισε υπέρ του τοπικισμού, του ατομικισμού, της προσωπικότητας, της διάκρισης μεταξύ δικού μου και δικού σου. Δημιουργήθηκε ποικιλία γλωσσών. Έμαθαν τη θλίψη και αγάπησαν τη θλίψη· αναζήτησαν τον πόνο και είπαν ότι η αλήθεια δεν κατακτάται παρά μέσα από τον πόνο. Και η επιστήμη έκανε κι αυτή την εμφάνισή της. Αφού έγιναν κακοί βάλθηκαν να μιλούν τότε για αδελφότητα και ανθρωπισμό και τότε άρχισαν να καταλαβαίνουν αυτές τις ιδέες. Αφού έγιναν εγκληματίες, επινόησαν τη δικαιοσύνη και συνέταξαν πλήρεις κώδικες για να τη διατηρήσουν· ύστερα, για να εξασφαλίσουν την τήρησή τους, θέσπισαν τη λαιμητόμο. Δεν τους έμενε πια παρά ένα αόριστο συναίσθημα γι’αυτό που έχασαν και μάλιστα δεν ήθελαν να το πιστέψουν, πως κάποτε ήταν αθώοι και ευτυχισμένοι. Δεν έπαυαν να χλευάζουν τη δυνατότητα της παλιάς ευτυχίας, που την ονόμαζαν όνειρο. Δεν μπορούσαν ούτε καν να την αναπαραστήσουν με τρόπο αισθητό ή με εικόνες, κι ωστόσο, πράγμα παράδοξο και θαυμαστό, ενώ είχαν χάσει την πίστη τους στην παλιά ευτυχία, ενώ την ονόμαζαν παραμύθι για παιδιά, τόση μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ξαναγίνουν αθώοι και ευτυχισμένοι που προσκύνησαν τους πόθους της καρδιάς τους, έχτισαν ναούς και απηύθυναν προσευχές στην ιδέα τους, στην «επιθυμία» τους, ξέροντας ότι είναι για πάντα απραγματοποίητη, αλλά χωρίς να πάψουν να τη λατρεύουν με προσευχές και με δάκρυα. Παρ’ όλα αυτά, αν τους ήταν δυνατό να ξαναγυρίσουν σ’αυτήν την κατάσταση της αθωότητας και της χαμένης ευτυχίας και ξαφνικά τους το έκαναν αυτό αισθητό ρωτώντας τους αν αληθινά ήθελαν να ξαναγυρίσουν εκεί, – αναμφίβολα θα αρνιόντουσαν. Σ’αυτό μου απαντούσαν:«Είμαστε ψεύτες, κακοί και άδικοι, έστω, το ξέρουμε κλαίμε, υποφέρουμε γι αυτό και αυτοτιμωριόμαστε με βασανιστήρια και τιμωρίες χειρότερες ίσως κι από αυτές του φιλεύσπλαχνου Κριτή που θα μας κρίνει και του οποίου δεν ξέρουμε ούτε το όνομα. Έχουμε όμως την επιστήμη και χάρη σ’αυτήν θα ξαναβρούμε την αλήθεια, που αυτή τη φορά θα την αποδεχτούμε συνειδητά. Η γνώση είναι ανώτερη από το συναίσθημα, η συνείδηση της ζωής ανώτερη από από τη ζωή. Η επιστήμη θα μας δώσει τη σοφία, η σοφία θα μας αποκαλύψει τους νόμους και η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι ανώτερη από την ευτυχία». Να τι έλεγαν κι αφού τα έλεγαν αυτά καθένας ξανάρχιζε να αγαπά τον εαυτό του με ακόμη περισσότερο εγωισμό, γιατί τους ήταν αδύνατο να κάνουν διαφορετικά. Ο καθένας έτσι κατάντησε να προσκολληθεί στον εαυτό του τόσο ζηλότυπα που πάσχισε να ταπεινώσει και να μειώσει με κάθε μέσο τους άλλους· είχε γίνει γι αυτόν ζήτημα ζωής. Η δουλεία έκανε την εμφάνισή της, γεννήθηκε μάλιστα και η εκούσια δουλεία. Οι αδύνατοι υποτάχτηκαν με τη θέλησή τους στους πιο δυνατούς, υπό τον όρο αυτοί να τους βοηθούν να συντρίψουν τους ακόμα πιο αδύνατους. Δίκαιοι έκαναν την εμφάνισή τους, που μίλησαν κλαίγοντας στους ανθρώπους για την αλαζονεία τους και τους κατηγόρησαν ότι έχουν χάσει το μέτρο και την αρμονία, έχουν χάσει την ντροπή. Τους κορόιδεψαν και τους λιθοβόλησαν. Το αίμα των αγίων έβαψε τα προθυρα των ναών. Από την άλλη μεριά, εμφανίστηκαν άνθρωποι που ορματαίζονταν να επαναφέρουν την αρμονία μεταξύ των ανθρώπων, έτσι που ο καθένας, χωρίς να πάψει να αγαπά τον εαυτό του περισσότερο από το πλησίον του, να μη γίνεται εμπόδιο η ενόχληση΄, ώστε όλοι μαζί να σχηματίσουν ένα είδος κοινωνίας όπου όλος ο κόσμος να ζει αρμονικά. Ξέσπασαν μακροχρόνιοι πόλεμοι για να κατορθώσουν να επιβάλουν αυτές τις αρχές. Οι αντίπαλοι δεν πίστευαν σε αυτό λιγότερο σταθερά από όσο στο ότι η επιστήμη, η σοφία και το αίσθημα της προσωπικής ασφάλειας θα ανάγκαζαν επιτέλους τους ανθρώπους να συμφωνήσουν πάνω στις βάσεις μιας ορθολογικά οργανωμένης κοινωνίας και γι αυτό, ως τότε, και για να επισπεύσουν τα πράγματα οι «καθαροί» βάλθηκαν να απαλλαγούν από όλους αυτούς που δεν ήταν καθόλου καθαροί και δεν καταλάβαιναν καθόλου την ιδέα τους, ώστε να μην αποτελούν πια αυτοί εμπόδιο στο θρίαμβό τους. Αλλά το αίσθημα της αυτοσυντήρησης αδυνάτισε γρήγορα, ήρθε η εποχή των επηρμένων και των ηδονιστών που απαιτούσαν ωμά, όλα ή τίποτε. Για να τα αποκτήσουν όλα, έπρεπε να καταφύγουν στην αγριότητα και αν δεν πετύχαιναν, στην αυτοκτονία. Γεννήθηκαν θρησκείες για τη λατρεία της ανυπαρξίας και της αυτοκαταστροφής στο όνομα της αιώνιας ανάπαυσης στην καρδιά του μηδενός. Στο τέλος οι άνθρωποι αυτοί εξαντλούνταν από τον αδιάκοπο μόχθο και τα πρόσωπά τους έφερναν τα στίγματα του πόνου, και διακήρυτταν, οι άνθρωποι αυτοί, ότι ο πόνος είναι ομορφιά, αφού η σκέψη δεν υπάρχει παρά χάρη στον πόνο. Βάλθηκαν να υμνούν τον πόνο στα τραγούδια τους. Πήγαιναν ανάμεσά τους χειρονομώντας και κλαίγοντας γι αυτούς, αλλά τους αγαπούσα ίσως περισσότερο από πριν, τότε που τα πρόσωπά τους δεν γνώριζαν τον πόνο, τότε που ήταν αθώοι και τόσο ωραίοι. Ξανάρχισα να αγαπώ τη γη τους που την είχαν μαγαρίσει, ακόμη περισσότερο απ’ όσο τον καιρό που ήταν παράδεισος, μόνο και μόνο γιατί ο πόνος είχε εμφανιστεί. Αλλοίμονο, πάντα αγαπούσα τη δυστυχία και τη θλίψη αλλά για μένα, αποκλειστικά για μένα, και έκλαιγα γι’αυτούς γιατί τους λυπόμουνα. Τους άπλωνα τα χέρια, κατηγορώντας μέσα στην απελπισία μου, τον εαυτό μου, καταριόμουν τον εαυτό μου και τον περιφρονούσα. Τους είπα πως εγώ έφταιγα για όλα, εγώ μόνο, πως εγώ τους είχα φέρει το μόλεμα, την πανούκλα και το ψέμα! Τους ικέτευα να με σταυρώσουν, τους δίδασκα πώς γίνεται ένας σταυρός. Δεν μπορούσα, δεν είχα τη δύναμη να σκοτωθώ αλλά ήθελα να πάρω πάνω μου όλη τη δυστυχία, επιζητούσα να χύσω γι’ αυτή τη δυστυχία και την τελευταία ρανίδα από το αίμα μου. Εκείνοι όμως αρκούνταν να χλευάζουν και στο τέλος με έπαιρναν για ένα μυστικοπαθή τρελό. Έτσι λοιπόν ήταν αυτοί που με δικαιολούσαν λέγοντας ότι δεν είχαν λάβει παρά αυτό που γύρευαν και πως ό,τι υπήρχε τώρα δεν μπορούσε να μην υπάρχει. Στο τέλος, μου αναγγείλανε ότι άρχισα να τους φαίνομαι επικίνδυνος, και ότι θα μ’ έκλειναν σε ένα άσυλο ψυχοπαθών αν δεν έπαυα. Μια θλίψη πλημμύρισε τότε την ψυχή μου τόσο έντονη που η καρδιά μου σφίχτηκε, ένιωσα να πεθαίνω και εκείνη την ώρα…. εκείνη την ώρα ξύπνησα.

Фёдор Михайлович Достоевский
Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι
Το όνειρο ενός γελοίου
Μετάφραση & επίμετρο Σωτήρη Γουνελά
Εκδόσεις Αρμός
Σελ. 49-56

Επιμέλεια κειμένου Carina

*

Advertisements