Ετικέτες

, ,

Τι είναι η επιστήμη; Ποιοι είναι οι στόχοι της; Πόσο επηρεάζει το περιεχόμενο της επιστήμης το ιστορικό της περιβάλλον; Υπάρχει αλήθεια έξω απ’ αυτήν; Παρά την πανθομολογούμενη επικράτηση της επιστημονικής γνώσης αυτά είναι ερωτήματα γύρω από τη φύση του επιστημονικού έργου που παραμένουν ανοικτά, που δεν έχουν απαντηθεί από τους επιστήμονες. Αυτό το έργο το ανέλαβε εσχάτως η Φιλοσοφία της Επιστήμης, ένας σύγχρονος κλάδος της φιλοσοφίας που αναπτύχθηκε μόλις το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και στοχεύει στην κατανόηση αυτών των ζητημάτων. Μεγάλοι φιλόσοφοι όπως ο Horkheimer, o Feyerabend, o Kuhn, o Popper έστρεψαν τη προσοχή τους στις επιστημονικές θεωρίες επιχειρώντας μια κριτική ανάλυση του επιστημονικού γεγονότος. Από την άλλη και ενώ πολλοί επιστήμονες κρατούν μια επιφυλακτική στάση στη φιλοσοφική σκέψη, σε πολλά επιστημονικά επιτεύγματα βρίσκουμε φιλοσοφικές θέσεις. Πίσω από τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν για παράδειγμα, συναντούμε πολύ συχνά τις φιλοσοφικές θέσεις του Χιουμ, ενώ πίσω από την επιστήμη της ρομποτικής πολλοί θέλουν να βλέπουν τις γνωσιολογικές θεωρίες του Κάρναπ. Πώς λοιπόν προχωρά αυτή η σχέση της φιλοσοφίας με την επιστήμη;
Ο Αριστείδης Μπαλτάς είναι από τους πρωτεργάτες αυτής της υπόθεσης στην Ελλάδα. Καθηγητής της Φιλοσοφίας της Επιστήμης στο Πολυτεχνείο Αθηνών, επιμελητής της επιστημολογικής σειράς των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, συγγραφέας, μεταφραστής, βραβευμένος με το κρατικό βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής για το 2002, συνομιλητής του Ντεριντά, είναι απ’ αυτούς που μπορούν να μας δεξιωθούν σ’ αυτόν τον χώρο, να μας ανοίξουν το πεδίο των δυνατών απαντήσεων. Η συνέντευξη που ακολουθεί είχε γίνει για λογαριασμό του περιοδικού Popular Science. Δεν δημοσιεύθηκε ποτέ.
 
Κύριε Μπαλτά τι είναι η επιστήμη; Τι είναι για ένα φιλόσοφο σήμερα η επιστήμη;

Μπαλτάς: Αυτό είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ερώτημα. Όπως άλλωστε όλα τα ερωτήματα που απευθύνονται έτσι απ’ ευθείας στη φιλοσοφία, ζητώντας επιτακτικά μια απάντηση, κατά το δυνατόν σύντομη, εδώ και τώρα. Ζητάτε έναν ορισμό. Αλλά σε ποια βάση μπορεί να δοθεί ο ορισμός που ζητάτε; Υπό ποιες θεωρητικές προϋποθέσεις; Σε ποια ιστορική περίοδο αναφερόμαστε αφού, έτσι ή αλλιώς, όπως και αν την ορίσουμε, η επιστήμη εξελίσσεται;
Και τα ερωτήματα μπορούν να πολλαπλασιαστούν: όταν λέμε επιστήμη σε τι ακριβώς παραπέμπουμε; Μόνον στις φυσικές επιστήμες ή συμπεριλαμβάνουμε και τις κοινωνικές; Είναι τα μαθηματικά επιστήμη; Είναι η ψυχανάλυση; Είναι η πληροφορική; Ακολουθούν όλες οι επιστήμες τις ίδιες μεθόδους ή αυτές εξαρτώνται από το αντικείμενο καθεμιάς; Και τι θα είχαμε ενδεχομένως να πούμε για την προσέγγιση του Μαρξ στα ιστορικά και κοινωνικά φαινόμενα που ονομάστηκε, κακώς κατά τη γνώμη μου, «ιστορικός υλισμός»; Ένας επαρκής ορισμός, εφόσον μπορεί να υπάρξει, οφείλει να απαντά σε όλα αυτά τα ερωτήματα.
Δεν θέλω να μπερδέψω εσάς και τους αναγνώστες σας. Σεβόμενος τα όρια που δεν μπορούμε να υπερβούμε σε μια συζήτηση σαν τη δική μας, θα έλεγα δύο πράγματα. Πρώτον, ότι κάθε μείζων φιλοσοφική προσέγγιση απαντά στο ερώτημα του τι είναι επιστήμη με το δικό της τρόπο. Και αυτοί οι τρόποι κατά κανόνα διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Δεύτερον, ότι η ίδια η αναφορά της έννοιας «επιστήμη» εξελίσσεται ιστορικά. Για παράδειγμα, τα μαθηματικά αποτελούσαν την κατ’ εξοχήν επιστήμη από τις απαρχές τους στην Αρχαία Ελλάδα μέχρι περίπου τον 17ο αιώνα. Κατόπιν κατ’ εξοχήν επιστήμη έγινε η φυσική, πράγμα που συνεχίζεται ουσιαστικά μέχρι τις μέρες μας. Η φυσική έγινε η κατ’ εξοχήν επιστήμη γιατί υιοθέτησε με τον τρόπο της τα μαθηματικά και τα έθεσε στην υπηρεσία της. Αλλά με την ίδια κίνηση, τα μαθηματικά, όσο και αν συνέχισαν να αναπτύσσονται εντυπωσιακά, φάνηκαν να υποβιβάζονται σε μια μορφή ‘γλώσσας’, σε μια μορφή ‘εργαλείου’, με αποτέλεσμα αρκετοί φιλόσοφοι να μην τα θεωρούν πλέον αυθεντική επιστήμη. Διαφωνώ μαζί τους, αλλά αυτό συνιστά ένα αρκετά εξειδικευμένο ζήτημα στο οποίο δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Σήμερα πάλι, υπάρχουν πολλά εγχειρήματα που διεκδικούν τον τιμητικό τίτλο της επιστήμης. Θα μας πήγαινε πολύ μακριά να εξετάσουμε τα σχετικά επιχειρήματά τους με την προσοχή και τη συστηματικότητα που απαιτείται.

Σύμφωνα με μιαν άποψη η φιλοσοφία δεν αφορά τη ζωή, τη πραγματιστική πλευρά της ζωής, γιατί αυτόν τον ρόλο τον έχει αναλάβει η επιστήμη. Η φιλοσοφία έχει να κάνει μόνο με τις ακρώρειες της γνώσης, με οντολογικά ή μεταφυσικά ζητήματα, και την απτή πραγματικότητα τη διαχειρίζονται οι επιστήμονες. Πώς βλέπετε αυτή τη σχέση της φιλοσοφίας με την επιστήμη; Πώς φθάσαμε σήμερα να θεωρούμε τη φιλοσοφία της επιστήμης ως ένα ξεχωριστό κλάδο της φιλοσοφίας αναγνωρίζοντας έτσι de facto μια σχέση που αμφισβητούταν; Όταν μάλιστα φιλόσοφοι όπως ο Wittgenstein ή φυσικοί όπως ο Weinberg, ο Feynman, ή ο Witten υποστηρίζουν ότι η σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης είναι σχεδόν αδύνατη, ότι και οι δύο αυτές επιστήμες λειτουργούν μέσα στα δικά τους στεγανά.
 
Θα διαφωνούσα. Θεωρώ, αντίθετα, ότι οι σχέσεις φιλοσοφίας και επιστήμης είναι αμοιβαία συστατικές. Τι εννοώ. Πρώτα από όλα, οι μεγάλες επιστημονικές καινοτομίες προκαλούν τη φιλοσοφία να τις κατανοήσει και να συνδέσει αυτήν την κατανόηση με την κατανόηση των άλλων στοιχείων της πραγματικότητας. Αυτή η προσπάθεια οδηγεί στη δημιουργία των μεγάλων φιλοσοφικών συστημάτων που έχουν αναδειχθεί στην ιστορία. Οι κατευθυντήριες ιδέες αυτών των συστημάτων αργά ή γρήγορα ανατρέπουν ή τουλάχιστον τροποποιούν τις προηγούμενες κυρίαρχες ιδέες, εμπεδώνονται ιδεολογικά οι ίδιες και συγκροτούν τους κοινούς τόπους της εκάστοτε εποχής, δηλαδή τις σταθερές μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τα πράγματα. Αυτός είναι γενικά ο τρόπος με τον οποίο η φιλοσοφία μετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τρόπος, όπως βλέπετε, καθοριστικός, όσα και αν λένε οι αντίπαλοι της φιλοσοφίας. Αλλά η εν λόγω εμπέδωση δεν είναι ποτέ απόλυτη. Αναπτύσσονται έτσι θεωρήσεις που αμφισβητούν αυτούς τους κοινούς τόπους και που μπορούν να συστηματοποιηθούν σε αντίπαλες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Ενόσω δε αυτές οι διαμάχες εξελίσσονται, ένα νέο μεγάλο επιστημονικό επίτευγμα έρχεται να ταράξει τα νερά οδηγώντας στη δημιουργία μιας νέας σημαντικής φιλοσοφικής προσέγγισης.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, μπορώ έτσι, έστω και εντελώς σχηματικά, να ισχυριστώ πως η γέννηση των μαθηματικών, σε συνδυασμό με άλλους καθοριστικούς παράγοντες, οδήγησε στη φιλοσοφία του Πλάτωνα, βασικός αντίπαλος του οποίου αναδείχθηκε ο μαθητής του Αριστοτέλης. Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη, όπως χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει φιλοσοφικά τον Χριστιανισμό, κυριάρχησε επί αιώνες στον Δυτικό Μεσαίωνα. Τα νερά ήρθαν να ταράξουν οι ριζοσπαστικές καινοτομίες της Επιστημονικής Επανάστασης (Γαλιλαίος, Κέπλερ, Χάρβεϋ κλπ), που οδήγησαν στη δημιουργία της λεγόμενης σύγχρονης φιλοσοφίας με ουσιαστικό ιδρυτή τον Καρτέσιο και χαρακτηριστικό της τη μακρά διαμάχη μεταξύ ορθολογισμού και εμπειρισμού. Η εντυπωσιακή επιστημονική σύνθεση του Νεύτωνα συνέβαλε αποφασιστικά στη φιλοσοφική έμπνευση του Καντ κύριος αντίπαλος του οποίου αναδείχθηκε ο Χέγκελ ενώ, πιο κοντά στις μέρες μας, η αναλυτική φιλοσοφία, ο λογικός εμπειρισμός και η φαινομενολογία συναρτώνται ευθέως με τα επιτεύγματα των μαθηματικών και της φυσικής στις αρχές του 20ου αιώνα. Η φιλοσοφία της επιστήμης, όπως την ξέρουμε σήμερα, γεννιέται σε συνάρτηση με αυτά ακριβώς τα επιτεύγματα.
Έχω διαβάσει τις τοποθετήσεις του Feynman και του Weinberg που αναφέρατε. Κατά τη γνώμη μου καταπολεμούν τη φιλοσοφία γιατί ακολουθούν οι ίδιοι ανεπίγνωστα, χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει, το φιλοσοφικό ρεύμα του Λογικού Θετικισμού. Αυτό κυριαρχούσε στη σκηνή όταν σπούδαζαν και άρα αυτό, όπως λέγαμε, είχε τότε συγκροτήσει τους κοινούς ιδεολογικούς τόπους μέσα από τους οποίους μπορούσαν οι ίδιοι να προσλάβουν το τι είναι επιστήμη και το τι είναι φιλοσοφία. Το εν λόγω ρεύμα απέδιδε την σχεδόν απόλυτη πρωτοκαθεδρία στην επιστήμη γιατί θεωρούσε ότι όλα τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι ανόητα, αφού δεν επιδέχονται εμπειρική αγκύρωση, δηλαδή δεν νοηματοδοτούνται απευθείας από την εμπειρία. Μέσα από το έργο του T.S.Kuhn και άλλων, ωστόσο, αυτή η ακραία άποψη έχει πλέον πάψει να αντιμετωπίζεται σοβαρά. Και πολλοί σημαντικοί επιστήμονες έχουν αγνοήσει αυτές τις μεγάλες αλλαγές και δεν έχουν ενδιαφερθεί να τις κατανοήσουν.

Έχει επισημανθεί ότι υπάρχει μια σαφής ομοιότητα των μαθηματικών με τη φιλοσοφία και αυτή προσδιορίζεται στο γεγονός ότι η ορθότητα μιας μαθηματικής έννοιας δεν έχει την ανάγκη μιας πειραματικής-εμπειρικής διαμεσολάβησης, ότι οι μαθηματικές έννοιες είναι καθαρές εννοιακές μορφές κυριολεκτικά εκτός κόσμου. Για παράδειγμα οι τοπολογίες του Bourbaki, ή ο αριθμός ‘π’, μαθηματικές οντότητες χωρίς καμία φυσική αναφορά αλλά μέσα σε μια φιλοσοφική λοξοδρόμηση. Τι πιστεύετε;
 
Κατά τη γνώμη μου τα μαθηματικά και η φιλοσοφία έχουν κοινή την αυστηρότητα. Και τα δύο εγχειρήματα ασχολούνται με έννοιες, και τα δύο εγχειρήματα προσπαθούν να ορίσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και συστηματικότητα τις έννοιες που χρησιμοποιούν και τις μορφές συλλογισμού που ακολουθούν. Κάπου εδώ όμως τελειώνουν οι ομοιότητες. Οι σχέσεις των δύο με την πραγματικότητα εν γένει είναι πολύ διαφορετικές και, κατά συνέπεια, τόσο έννοιες όσο και τρόποι συλλογισμού διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους. Τα μαθηματικά συνιστούν επιστήμη, έστω ιδιόμορφη, με το δικό τους προσίδιο, επίσης ιδιόμορφο, αντικείμενο. Η φιλοσοφία δεν έχει αντικείμενο. Το οτιδήποτε του κόσμου τούτου (αλλά και του άλλου!) μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της φιλοσοφίας. Και ανάμεσά τους, βέβαια, και τα ίδια τα μαθηματικά. Υπάρχει, όπως γνωρίζετε, ο κλάδος της φιλοσοφίας των μαθηματικών που μάλιστα στις μέρες μας ανθίζει.

Στη θεωρίες του Cantor μαθηματικές έννοιες όπως η έννοια του συνόλου φαίνεται να παραδοξολογούν. Ενώ ο Gödel φθάνει στο σημείο να μιλά και για τη μη αποκρισιμότητα των φυσικών αριθμών, για τη μη πληρότητά τους. Η μαθηματική θεωρία τίθεται σε μια αδιανόητη διαθεσιμότητα. Η επάρκεια και η εγκυρότητα της μαθηματικής μεθόδου κλονίζεται και μαζί μ’ αυτή και το θεμέλιο του δυτικού εξορθολογισμού. Έχετε αναδείξει μελετώντας το Ντεριντιανό έργο την επέκταση αυτής της διασάλευσης σε όλο το θεωρητικό οικοδόμημα. Πόσο απτή μπορεί να γίνει αυτή η αποδόμηση; Πόσο επηρεάζει την πραγματιστική πλευρά του Λόγου, την τεχνικοποιημένη πλευρά της επιστήμης; 

Δεν θα συνέδεα τις τύχες του «δυτικού εξορθολογισμού», όπως λέτε, με τα επιτεύγματα του Cantor ή του Gödel. Τα τελευταία είναι επιτεύγματα μαθηματικά που αφορούν κατά κύριο λόγο, ίσως και αποκλειστικά, το εσωτερικό των μαθηματικών. Από την άλλη μεριά, το έργο του Ντεριντά είναι έργο φιλοσόφου. Στην εργασία μου που υπαινίσσεστε έχω απλώς επισημάνει κάποιες τυπικές αναλογίες ανάμεσα στα λεγόμενα «θεωρήματα μη πληρότητας» του Gödel και στην «αποδόμηση» που εισηγείται ο Ντεριντά. Οι αναλογίες αυτές θέλουν απλώς να υποδείξουν ότι εκείνο που είχε παραδοθεί από τη φιλοσοφία ως «λόγος» είναι κάτι πιο πολύπλοκο από όσο πολλοί πίστευαν. Αλλά αυτό είναι ένα είδος κριτικής του λόγου από τα μέσα, με τη χρήση του ίδιου του λόγου. Με αυτήν την έννοια, η «αποδόμηση» δεν τοποθετείται εναντίον αλλά υπέρ του «εξορθολογισμού», είναι μια φιλοσοφική προσέγγιση που προσπαθεί να επεξεργαστεί πληρέστερα, βεβαίως κριτικά, τον ίδιο τον λόγο.
Από την άλλη μεριά, η «τεχνοποιημένη πλευρά της επιστήμης», όπως την αποκαλείτε, παραπέμπει στη σύγχρονη τεχνολογία. Και εδώ τα πράγματα είναι άλλης τάξης. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τεχνολογία σήμερα αν δεν αναφερθούμε σε συμφέροντα, σε κέρδος, σε πόλεμο, σε όρους κυριαρχίας και υποταγής. Σίγουρα και εδώ η φιλοσοφία, ή τουλάχιστον κάποια φιλοσοφία, μπορεί να ρίξει τη δική της διαφωτιστική ματιά. Αλλά αυτή η ματιά οφείλει να διακρίνει πάντοτε αυστηρά τις διάφορες πτυχές των ζητημάτων, να μην ανάγει την επιστήμη στις τεχνολογικές εφαρμογές και, ακόμη λιγότερο, τις σύγχρονες μορφές της τεχνολογίας στον λόγο εν γένει. 

Οι επιστημολογικές θέσεις του Feyerabend ή του Horkheimer ήρθαν να αμφισβητήσουν την αξιακή ουδετερότητα της επιστήμης, την αντικειμενικότητα των μεθόδων της, όπως και αυτή την ίδια την ιδέα του επιστημονικού ορθολογισμού, ακλόνητη καθώς ήταν από την εποχή του Διαφωτισμού. Αντιλήψεις που ήθελαν να ταυτίζεται η επιστημονική γνώση με την ίδια την αλήθεια φαίνεται να κλονίζονται και αυτή τη φορά εκ των έσω. Πόσο αποδεκτές γίνονται αυτές οι αμφισβητήσεις από τη σύγχρονη επιστημολογική κοινότητα και πόσο έχουν επηρεάσει τον τρόπο της επιστημονικής έρευνας; 

Οι αντιλήψεις αυτές έχουν επηρεάσει ελάχιστα έως καθόλου την καθαυτό επιστημονική κοινότητα και η επιστημονική έρευνα έχει προχωρήσει αγνοώντας σχεδόν παντελώς αντιλήψεις όπως αυτές. Ωστόσο οι ίδιες αντιλήψεις έχουν επηρεάσει τους φιλοσόφους. Ζητήματα που αφορούν την αξιακή ουδετερότητα της επιστήμης, τις σχέσεις επιστήμης και κόσμου, τις μορφές ορθολογισμού που διέπουν τις διάφορες επιστήμες κλπ είχαν τεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος στη φιλοσοφία της επιστήμης κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Το αποτέλεσμα αυτής της μεγάλης συζήτησης, ωστόσο, δεν ήταν ο σχετικισμός. Γίναμε σαφώς σοφότεροι σε ό,τι αφορά την κατανόηση της πολυπλοκότητας με την οποία πορεύονται οι επιστήμες, έχουμε αρχίσει να κατανοούμε την απουσία «καθαρότητας», αν θέλετε, που χαρακτηρίζει το επιστημονικό γίγνεσθαι –οι επιστήμες δεν ζουν στους εξωπραγματικούς αιθέρες των καθαρών ιδεών και της απόλυτης αλήθειας– αλλά δεν καταλήξαμε στο ότι τα μαθηματικά, η φυσική ή οι άλλες επιστήμες μπορούν να λένε ό,τι θέλουν.

 

Στην ιστορία της επιστήμης η γνώση εμφανίζεται ως προϊόν μιας διαδικασίας συνεχών ρήξεων, στην αρχή με το μυθολογικό σκοταδιστικό παρελθόν και στη συνέχεια με θεωρίες που δεν μπόρεσαν να αποδείξουν την αλήθειά τους, που κατέρρευσαν στην αναμέτρηση τους με το πραγματικό και με τα σύγχρονα γνωσιακά του περιβάλλοντα. Σήμερα που κυριαρχεί η αμφισημία και που τα ισχυρά ‘μεταφυσικά ζεύγη’ δεν ισχύουν πως βλέπετε τη δομή των μελλοντικών επιστημονικών επαναστάσεων; 

Θα διαφωνούσα με ορισμένες διατυπώσεις σας. Για να το πω με μια λέξη, δεν θεωρώ ότι η κατάλληλη εικόνα για να περιγράψουμε τη εν γένει ιστορική πορεία της επιστήμης είναι εκείνη της «κατάρρευσης». Ούτε θα χαρακτήριζα ό,τι αποκαλείτε «μυθολογικό παρελθόν» ως «σκοταδιστικό». Οι νέες επιστημονικές θεωρίες που έρχονται να αντικαταστήσουν τις προϋπάρχουσες τις σέβονται απολύτως και προσπαθούν, στο μέτρο του δυνατού, να τις μεταφράσουν στους δικούς τους όρους. Για παράδειγμα, όχι μόνον η θεωρία του Αϊνστάιν δεν θα μπορούσε κατά κανένα τρόπο να διατυπωθεί αν δεν προϋπήρχε η θεωρία του Νεύτωνα, αλλά και δεν θα μπορούσε να επικρατήσει, αν δεν είχε εγγενώς την ικανότητα να μεταφράσει στους όρους της τα αδιαμφισβήτητα επιτεύγματα της Νευτώνειας θεωρίας. Από κει και πέρα θα έλεγα ότι ο τρόπος κίνησης της επιστήμης υπόκειται σε ένα καθεστώς σχετικής αυτονομίας. Η ίδια διατυπώνει τα δικά της προβλήματα με τους δικούς της όρους και τα αντιμετωπίζει με τα δικά της μέσα ενώ λίγο επηρεάζεται από τον αν κυριαρχούν ή όχι γύρω της αυτά που αποκαλείτε «ισχυρά μεταφυσικά ζεύγη». Κατά συνέπεια, μια επόμενη επιστημονική επανάσταση μπορεί να είναι απολύτως αναπάντεχη, αλλά δεν βλέπω γιατί θα είναι περισσότερο αναπάντεχη από όσο ήσαν στην εποχή τους εκείνη του Γαλιλαίου ή εκείνη του Αϊνστάιν. Ή, αν θέλετε, και εκείνη του Φρόιντ. Από την άλλη μεριά, οι επιστημονικές επαναστάσεις είναι, ακριβώς, αναπάντεχες γιατί μας είναι απολύτως αδύνατον να γνωρίζουμε εκ των πρότερων πού ή πότε θα συμβούν και να περιγράψουμε τα χαρακτηριστικά τους. Αυτές υπήρξαν πάντοτε συμβάντα μη αναμενόμενα, συμβάντα εντελώς απροσδόκητα.

‘Η επιστήμη προϋποθέτει τη πραγμοποιήση της ζωής’ έλεγε ο Horkheimer στηλιτεύοντας τις θετικιστικές αντιλήψεις και την τεχνικοποίηση που αυτές επέβαλαν στο επιστημονικό γεγονός. Τι φιλοσοφικές συνέπειες επιφέρει η αυτονόμηση του τεχνολογικού φαινομένου, αυτή η εργαλειοποίηση της θεωρίας; 

Δεν νομίζω ότι η επιστήμη προϋποθέτει την πραγμοποίηση της ζωής. Ωστόσο η κριτική του Horkheimer ευστοχεί κατά τρόπο καίριο, νομίζω, σε όσα αφορούν τον θετικισμό και τις επιπτώσεις του. Πράγματι, η θετικιστική ανάγνωση των επιστημών –που δεν αποτελεί βέβαια τη μόνη δυνατή ανάγνωσή τους, όπως φαίνεται να πιστεύουν ο Feynman και ο Weinberg που λέγαμε– μπορεί να οδηγήσει ευκολότερα από ότι άλλες αναγνώσεις στην εργαλειοποίηση της γνώσης, στην αποθέωση της τεχνολογίας και στην καλλιέργεια όλων των συναφών ψευδαισθήσεων. Ωστόσο αυτές οι εξελίξεις δεν αποτελούν αποκλειστική ευθύνη του θετικισμού. Σας θυμίζω ότι οι πρωτεργάτες του φιλοσοφικού κινήματος που ακούει στο όνομα «Λογικός Θετικισμός» υπήρξαν βαθιά δημοκρατικοί και προοδευτικοί άνθρωποι που διώχθηκαν από τους Ναζί και υπέφεραν πολλά για να διατυπώσουν και για να υπερασπίσουν ορισμένες ιδέες για την επιστήμη και τη φιλοσοφία που θα κατανικούσαν στο πεδίο της θεωρίας τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, τον εθνικισμό και τον εν γένει ανορθολογισμό που διακινούσαν τότε τα ναζιστικά και τα φασιστικά κόμματα και καθεστώτα. Βεβαίως σήμερα η κριτική του Horkheimer ακούγεται ελάχιστα. Στους χώρους όπου παίζονται τα μεγάλα παιχνίδια, κυριαρχεί η πιο ακραία, η πιο απλοϊκή, η πιο στενόμυαλη εκδοχή του θετικισμού.

Οι σύγχρονες επιστήμες όπως η Ρομποτική, η Γενετική, ή η επιστήμη της Πληροφορικής έχουν γίνει οι ‘επιστήμες του υπέρμετρου’, όπου με τις ακραίες επιδόσεις τους προκαλούν αυτό που ο Virilio έξοχα ονόμασε ‘επιτάχυνση της πραγματικότητας’. Επιστήμες στα όρια ενός μεταεπιστημονικού εξτρεμισμού. Πως ερμηνεύετε αυτή την τρομοκρατική διάθεση των σύγχρονων επιστημών;

 Ναι, πράγματι, η φράση είναι εύστοχη. Η πληροφορική, η ρομποτική, η γενετική όντως φαίνονται να επιταχύνουν την πραγματικότητα. Και καθώς δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας άξιος λόγου έλεγχος, η επιτάχυνση αυτή δικαίως μπορεί να τρομοκρατεί. Θα παρατηρούσα, ωστόσο, ότι η κύρια ευθύνη δεν βαρύνει αποκλειστικά τους εν λόγω κλάδους αυτούς καθ’ εαυτούς. Η επιτάχυνση παρατηρείται γιατί είναι αυτοί ακριβώς οι κλάδοι που χρηματοδοτούνται με ποσά υπέρογκα έναντι άλλων κλάδων. Και χρηματοδοτούνται με τέτοια ποσά γιατί τα αντίστοιχα προϊόντα πουλάνε εξαιρετικά καλά. Δείτε τις εξελίξεις στην κινητή τηλεφωνία. Δείτε τις εξελίξεις σε όλες τις τεχνολογίες που έχουν σχέση με τον πόλεμο. Και δείτε, αντίστροφα, το πόσο λίγο έχει σχετικά επιταχυνθεί η πραγματικότητα σε όσα αφορούν την υγεία, την ασφάλεια των ταξιδιών, την παιδεία, τις ουσιαστικές πλευρές της μόρφωσης και του πολιτισμού. Ναι, οι εξελίξεις αυτές τρομοκρατούν. Αλλά για να πάψουμε να τρομοκρατούμαστε πρέπει να αρχίσουμε να αντιδρούμε. Δεν νομίζετε;

Που βρίσκεται η φιλοσοφία της επιστήμης στη χώρα μας, όσον αφορά σχολές, προγράμματα και παραγωγή πρωτότυπης σκέψης; Πώς υποδέχθηκαν αυτόν το κλάδο οι επιστήμονες και οι πανεπιστημιακές μας σχολές;

Η φιλοσοφία της επιστήμης βρίσκεται στη χώρα μας σε μια, θα τολμούσα να ισχυριστώ, πολύ καλή κατάσταση. Υπάρχει το Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπάρχει το κοινό μεταπτυχιακό πρόγραμμα ανάμεσα στο Τμήμα αυτό και σε εμάς στο Πολυτεχνείο, υπάρχουν συνάδελφοι σε άλλα πανεπιστήμια που εργάζονται παραγωγικά σε κατευθύνσεις συναφείς, γράφονται πλέον αξιόλογες διδακτορικές διατριβές, υπάρχουν μαθητές μας που έχουν γίνει συνάδελφοι, σημαντικά διεθνή συνέδρια διεξάγονται στην Ελλάδα και άλλα πολλά. Σε όσα αφορούν τη φιλοσοφία της επιστήμης, η χώρα μας έχει πλέον ενταχθεί στον παγκόσμιο χάρτη. Οι ξένοι συνάδελφοι γνωρίζουν εμάς και το έργο μας και μας σέβονται.
Ως προς την άλλη ερώτησή σας, θα ισχυριζόμουν ότι οι συνάδελφοι των άλλων κλάδων και των άλλων πανεπιστημίων μας υποδέχθηκαν μάλλον φιλικά. Δεν χρειάστηκε να δώσουμε καμιά μεγάλη μάχη για να τους πείσουμε ότι έχουμε λόγο ύπαρξης, ότι η φιλοσοφία της επιστήμης είναι εγχείρημα άξιο λόγου. Και σας ομολογώ ότι τώρα, με τα χρόνια που πέρασαν, αυτό το γεγονός εκπλήσσει και εμένα όσο ίσως και εσάς.

Σας ευχαριστώ
 
Εγώ σας ευχαριστώ.

_

Οι φωτογραφίες είναι του  Alejandro Guijarro

Πηγή: λεξήματα

_

Advertisements