Ετικέτες

, , , , , , ,

Φυλακή Bastoy: Ενα διαφορετικό Σωφρονιστικό Σύστημα

Το πείραμα

800px-Bastøy_Prison

Στη φυλακή Bastoy στη Νορβηγία οι βαρυποινίτες κρατούμενοι ζουν σε συνθήκες που πολλοί θα ζήλευαν. Οι επικριτές καταγγέλλουν τις πολυτέλειες που παρέχονται στους κρατουμένους, ωστόσο οι υποστηρικτές επικαλούνται τα στατιστικά δεδομένα που δείχνουν το χαμηλότερο ποσοστό υποτροπής στην Ευρώπη.

Όταν κάποιος φτάνει στο νησί Bastoy, που έχει μετατραπεί σε μια τεράστια φυλακή για βαρυποινίτες, συνειδητοποιεί πως ότι γνώριζε για το σωφρονιστικό σύστημα θα πρέπει να το ξεχάσει.

Το νησί βρίσκεται 46 μίλια νοτιοανατολικά της πρωτεύουσας της Νορβηγίας, του Όσλο. Όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος της Guardian μόλις έφτασε το φέρι στο λιμάνι τον καλωσόρισε ένας κρατούμενος, ο οποίος έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση 14 ετών για εμπόριο ναρκωτικών. «Μου χαμογελά και μου δίνει το χέρι. Είμαι ο Peter», γράφει.

Όπως σημειώνει ο Erwin James της Guardian, ο Peter πριν μεταφερθεί στο Bastoy ήταν σε φυλακή υψίστης ασφαλείας για οκτώ χρόνια. «Εδώ θα κερδίσουμε την εμπιστοσύνη και θα καταλάβουμε την ευθύνη που έχουμε», σημειώνει ο κρατούμενος.

Η Νορβηγία έχει περίπου 4.000 κρατούμενους. Ο δημοσιογράφος αναφέρει πως στο παρελθόν είχε επισκεφτεί μια ακόμα φυλακή υψίστης ασφαλείας της χώρας στη Skien, 20 χλμ βόρεια του Όσλο. Η εν λόγω φυλακή εξωτερικά έμοιαζε με κάθε άλλη φυλακή, ένα φρούριο όπου μέσα ήταν οι μεγαλύτεροι εγκληματίες της χώρας. Πρόσφατα ένας από τους κρατούμενούς της ήταν και ο Μπρέιβικ,

Όμως στην πραγματικότητα το μόνο που θύμιζε φυλακή ήταν η στέρηση της ελευθερίας των κρατουμένων. Τα κελιά στη Skien  είχαν τηλεοράσεις, υπολογιστές, ιδιωτικές τουαλέτες και μπανιέρες. Το σύστημα της Νορβηγίας προβλέπει υψηλότερη ποινή έως 21 χρόνια. Όσο είναι κρατούμενοι οι βαρυποινίτες συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα. Ένας από τους καθηγητές σημειώνει πως σε όλες τις φυλακές της Νορβηγίας εφαρμόζεται το ίδιο μοντέλο και όπως υποστηρίζει ίσως να είναι ο λόγος που η χώρα έχει τα χαμηλότερα ποσοστά υποτροπής στην Ευρώπη, κάτω από το 30%. Όπως σημειώνεται στη Guardian το αντίστοιχο ποσοστό της Βρετανίας είναι πάνω από 60%.

Ο Peter εξηγεί πως η ζωή στο Bastoy είναι σαν να ζεις σε ένα χωριό, μια κοινότητα. «Όλοι πρέπει να δουλεύουν για το σύνολο. Έχουμε όμως και ελεύθερο χρόνο για να μπορέσουμε να κάνουμε ότι θέλουμε, όπως να ψαρέψουμε ή να κάνουμε μπάνιο το καλοκαίρι. Γνωρίζουμε πως είμαστε κρατούμενοι αλλά εδώ αισθανόμαστε άνθρωποι», σημειώνει.

Ο Thorbjorn, ένας 58χρονος φύλακας που εργάζεται στο Bastoy για 17 χρόνια, εξηγεί τον τρόπο λειτουργίας της φυλακής. Όπως αναφέρει υπάρχουν συνολικά 70 φύλακες στο νησί των 2,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων εκ των οποίων οι 35 είναι ένστολοι. Η βασική δουλειά τους είναι να μετρούν τους κρατούμενους, μια φορά το πρωί και ακόμα δύο κατά τη διάρκεια της ημέρας, στις 17.00 και στις 23.00, όταν οι κρατούμενοι θα πρέπει να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Το κάθε σπίτι φιλοξενεί μέχρι έξι άτομα. Κάθε κρατούμενος έχει το δικό του δωμάτιο ενώ η κουζίνα και οι άλλες εγκαταστάσεις είναι κοινόχρηστες. «Στόχος είναι οι κρατούμενοι να συνηθίσουν να ζουν σε συνθήκες παρόμοιες με αυτές που υπάρχουν έξω από τη φυλακή».

Από τις αρχές παρέχεται μόνο ένα γεύμα την ημέρα στην τραπεζαρία. Κάθε κρατούμενος κερδίζει από την εργασία του περίπου 7 ευρώ την ημέρα, ενώ κάθε μήνα τους δίνεται επίδομα περίπου 80 ευρώ, ώστε να μπορούν να αγοράσουν και να φτιάξουν μόνοι τους το γεύμα τους από το μίνι μάρκετ του νησιού.

Κάθε κρατούμενος στη Νορβηγία, όποιο αδίκημα και αν έχει κάνει, μπορεί να υποβάλλει αίτηση να μεταφερθεί στο Bastoy μόνο κατά τα τελευταία πέντε χρόνια της κράτησής του. Βασικό κριτήριο είναι η αξιολόγηση τους και η επιθυμία τους να επιστρέψουν στην καθημερινή ζωή μακριά από το έγκλημα μετά την αποφυλάκισή τους.

Σύμφωνα με τον Thorbjorn στο νησί οι κρατούμενοι εργάζονται σε φάρμες ή σε καλλιέργειες. «Ένα μεγάλο μέρος της τροφής τους το παράγουν οι ίδιοι», σημειώνει. Επίσης μπορούν να δουλέψουν σε καθαριστήριο ή σε στάβλους, όπου φροντίζουν τα άλογα, τα οποία χρησιμοποιούν για τη μεταφορά προϊόντων, αλλά ακόμα και κατάστημα επισκευής ποδηλάτων. Μπορούν επίσης να δουλέψουν σε εργαστήριο ξυλείας. Η εργασία ξεκινάει από τις 8.30 το πρωί.

Το νησί έχει και τηλεφωνικούς θαλάμους όπου ο κάθε κρατούμενος μπορεί να χρησιμοποιήσει ελεύθερα, αλλά και ιδιωτικούς χώρους όπου κάθε εβδομάδα δέχονται επισκέπτες. Επίσης υπάρχει μια εκκλησία, ένα σχολείο και βιβλιοθήκη.

Διοικητής της φυλακής είναι ένας ψυχολόγος ο Arne Nilsen. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τη φυλακή που διοικεί ως «ένα χώρο για την ανάπτυξη ευθύνης». «Με το να κρατήσεις σε μια φυλακή έναν κρατούμενο για χρόνια και στη συνέχεια να τον απελευθερώσεις δεν έχε καταφέρει τίποτα, καθώς δεν έχει αντιληφθεί την έννοια της ευθύνης για παραγωγή και συμμετοχή σε ένα σύνολο. Το να τον κάνεις επίσης να υποφέρει δεν κερδίζεις κάτι. Η τιμωρία είναι να χάσουν την ελευθερία τους, αλλά αν τους αντιμετωπίσεις σαν ζώα στη φυλακή τότε το πιο πιθανό είναι να συμπεριφερθούν και σαν ζώα στη συνέχεια. Εδώ δίνουμε βάση στον άνθρωπο», αναφέρει.

«Ο δράστης είναι στη φυλακή. Αυτό είναι δικαιοσύνη, δεν είμαι ηλίθιος είμαι ρεαλιστής. Εδώ δείχνουμε σεβασμό στους κρατούμενους. Με αυτόν τον τρόπου μπορούμε να τους διδάξουμε πως να σέβονται τους άλλους, όμως παρακολουθούμε συνέχεια την εξέλιξή τους. Είναι σημαντικό μόλις απελευθερωθούν να έχουν λιγότερες πιθανότητες να διαπράξουν νέα εγκλήματα. Αυτό είναι δικαιοσύνη για την κοινωνία», προσθέτει. Τα ποσοστά υποτροπής των κρατουμένων του Bastoy τον δικαιώνουν. Με 16% είναι το χαμηλότερο της Ευρώπης.

«Σε αντίθεση με όσα λένε το Bastoy δεν είναι στρατόπεδο διακοπών, όπως λένε. Κατά κάποιο τρόπο νιώθω σαν να έχω δει μια εικόνα από το μέλλον, μια φυλακή που έχει σχεδιαστεί για αντιμετωπίσει και όχι να προκαλέσει νέα προβλήματα, να δώσει ελπίδα και όχι απελπισία», σχολιάζει ο δημοσιογράφος της Guardian και καταλήγει:

«Η απαίτηση της κοινωνίας για δικαιοσύνη θα πρέπει να είναι οι κρατούμενοι βγαίνοντας από τη φυλακή να έχουν λιγότερες πιθανότητες να διαπράξουν κάποιο έγκλημα, όπως λέει και ο Nilsen, και να έχουν εφοδιαστεί με τα απαραίτητα ώστε να ζήσουν ως νομοταγείς πολίτες. Χρειάζεται πολύ πολιτικό θάρρος και κοινωνική εμπιστοσύνης για να εξαπλωθεί έξω από τη Νορβηγία η ιδέα του Bastoy. Μέχρι τότε ελπίζω οι αρμόδιο να λάβουν υπόψη τους την επανάσταση για το σωφρονιστικό σύστημα που σημειώνεται σε αυτό το μικρό νησί». Πηγή:Tvxs.gr

Το 2014 η φυλακή Bastøy βραβεύτηκε με το  Blanche Major Reconciliation Prize 2014 για «την προώθηση των αξιών και της ανεκτικότητας».

__

 Bastøy.NF32839-002

Ωστόσο το σημερινό Bastøy με την προοδευτική φυλακή, δεν θυμίζει σε τίποτα το ίδρυμα που σημάδεψε ανεξίτηλα εκατοντάδες παιδιά και στιγμάτισε το νομικό σύστημα της Νορβηγίας κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και που για 70 χρόνια αποτελούσε τη νούμερο ένα απειλή των νορβηγών προς τα παιδιά τους.

Στις 6 Ιουνίου του 1896 ψηφίστηκε στη Νορβηγία ένας νόμος για τη μεταχείριση των παραμελημένων και κακοποιημένων από τις οικογένειές τους παιδιών, για παροχές και εκπαίδευση, γνωστός και ως «νόμος για την αλητεία». Αμέσως μετά την αγορά του νησιού απ’ τη νορβηγική κυβέρνηση το 1989, οικοδομήθηκε στο Μπαστόι το πρώτο σωφρονιστικό «σχολείο» και «σπίτι» για αγόρια, με σκοπό να φιλοξενηθούν 150 παιδιά (ο αριθμός στη συνέχεια έπεσε στα 100) από 8 έως 18 ετών. Άλλα 6 «σπίτια» για αγόρια και 6 για κορίτσια δημιουργήθηκαν την ίδια περίοδο σε διάφορες πόλεις.

Το σκεπτικό του νόμου ήταν πως τα «προβληματικά» παιδιά είναι καλύτερο να λαμβάνουν από πολύ μικρά μαθήματα «καλής -χριστιανικής- κοινωνικής συμπεριφοράς», παρά να τιμωρούνται παραδειγματικά, περιορίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την ροπή τους προς την εγκληματικότητα. Οι υπάλληλοι του ιδρύματος ήταν οι νέοι γονείς, δάσκαλοι και σύμβουλοι των αγοριών.

Στην πραγματικότητα, το Μπαστόι ήταν μια διαβόητη φυλακή που σκοπό της είχε να απομονώσει τα παιδιά από την υπόλοιπη κοινωνία και να τα παραδώσει «αναμορφωμένα», μέσα από μια σκληρή «εκπαίδευση» που περιλάμβανε εντονότατη σωματική και ψυχολογική βία, σκληρή δουλειά και απάνθρωπες τιμωρίες. Πολλά τρομοκρατημένα αγόρια πέρασαν ολόκληρες εβδομάδες στην απομόνωση ή αναγκάζονταν να στέκονται σε μια καρέκλα όλη τη νύχτα όταν έκαναν κάτι κακό, όπως π.χ. να παίζουν μαξιλαροπόλεμο, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για εκατοντάδες περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης.

Το πρώτο αγόρι μεταφέρεται στο νησί στις 11 Οκτωβρίου του 1902 και έκτοτε ξεκινά ο εφιάλτης για εκατοντάδες παιδιά, μέχρι το οριστικό κλείσιμο του σωφρονιστικού ιδρύματος το 1970. Στο μεταξύ, πολλά αγόρια είχαν προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποδράσουν, ενώ το 1907 το μυθιστόρημα “Under loven” του συγγραφέα και πρώην καθηγητή στο Μπαστόι Bjørn Evje παρουσίασε ωμά και ειλικρινά τις συνθήκες που επικρατούσαν σε αυτό και ανάλογα ιδρύματα, πυροδοτώντας συζητήσεις και έρευνες των αρχών που αποκάλυψαν αρκετές από τις φρικτές μεθόδους τους, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να σταματήσουν τις σκληρές τιμωρίες.

Στις 21 Μαΐου του 1915, τα παιδιά του Μπαστόι εξεγείρονται μαζικά και συγκεντρώνονται στο κτίριο της εκκλησίας, οπλισμένα με τσεκούρια, σφυριά, τσάπες, μαχαίρια και πέτρες. Πυρπολούν τον αχυρώνα του ιδρύματος και διασκορπίζονται στο παρακείμενο δάσος, ενώ 150 στρατιώτες, τορπιλάκατοι, αεροπλάνα και πλοία αποστέλλονται για να τους καταστείλουν, με τραγικά αποτελέσματα και με τους πρωτεργάτες της εξέγερσης να συλλαμβάνονται. Οι δημόσιες συζητήσεις που πυροδότησε η εξέγερση οδήγησαν σε κάποιες βελτιώσεις, απέτυχαν ωστόσο να αλλάξουν την αρνητική εικόνα του Μπαστόι. Το 1953 το «Σπίτι των Αγοριών» μετονομάζεται σε «αναμορφωτήριο του Foldin» και το 1965 μετατρέπεται σε «δημόσιο σχολείο», όμως μέχρι και το οριστικό του κλείσιμο το 1970 στο Μπαστόι τον πρώτο λόγο είχε η σκληρή τιμωρία.

Πώς ήταν για ένα μικρό αγόρι να ζει και να δουλεύει στο «σπίτι των αγοριών» στο Μπαστόι; Ποιες ήταν οι σχέσεις μεταξύ των αγοριών; Τι συνέβη κατά τη διάρκεια της ανταρσίας του 1915; Μέσα από πολύχρονη έρευνα που περιελάμβανε συνεντεύξεις με μαθητές και μέλη του προσωπικού, ο Μάριους Χολστ, στοιχειωμένος από τον θρύλο του Μπαστόι και όσων αποτρόπαιων συνέβησαν εκεί και αποφασισμένος να σπάσει την σιωπή που επικρατούσε στη νορβηγική κοινωνία γύρω από το ίδρυμα του νησιού που αποτελεί σήμερα το καμάρι του σωφρονιστικού συστήματος της Νορβηγίας, σκηνοθέτησε μια διαχρονική και πανανθρώπινη ιστορία αλληλεγγύης που φέρνει αντιμέτωπα το σκληρό πρόσωπο της εξουσίας με το αδάμαστο νεανικό πνεύμα, σε μια συγκλονιστική περιπέτεια επιβίωσης που βασίζεται στο πραγματικό περιστατικό που έλαβε χώρα το δριμύ χειμώνα του 1915, την ανταρσία των αγοριών του Μπαστόι.

Δεν είναι πολλοί όσοι έχουν επισκεφτεί το μικρό νησάκι κι ακόμα λιγότεροι όσοι δέχονται να μιλήσουν γι’ αυτή τους την εμπειρία. Μέχρι πολύ πρόσφατα, οι περισσότεροι φοβόντουσαν το «στίγμα», παρόμοιο με εκείνο της λέπρας, του aids ή της ομοφυλοφιλίας, όλων όσων οι «πολιτισμένες» κοινωνίες αδυνατούν να καταλάβουν και να διαχειριστούν, καταδικάζοντας τους «φορείς» τους να ζουν στο περιθώριο και κρύβοντας τη ντροπή τους κάτω απ’ το χαλί, ελπίζοντας να ξεχαστούν οι διώξεις και αδικίες που στο όνομα πάντα της κοινωνίας καταδίκασαν τόσους ανθρώπους. Πηγή

 Η ταινια

Υπόθεση

                Στις αρχές του 20ου αιώνα, σε ένα απομονωμένο σωφρονιστικό ίδρυμα ενός νησιού στα νορβηγικά φιόρδ, μια ομάδα από αγόρια ηλικίας 11 έως 18 ετών βιώνει καθημερινά συνθήκες εντονότατης σωματικής και ψυχολογικής βίας: αντί να τους παρέχουν εκπαίδευση, ο διευθυντής του ιδρύματος και οι φύλακες τούς υποχρεώνουν σε επίπονες χειρωνακτικές εργασίες. Όμως, η άφιξη του 17χρονου Έρλινγκ στο ίδρυμα, αναμένεται να αλλάξει τα πράγματα, καθώς η σφοδρή του επιθυμία να αποδράσει, θα οδηγήσει πολύ σύντομα τον ίδιο και τους συγκρατούμενούς του σε εξέγερση ενάντια στο απάνθρωπο καθεστώς…

Ο διακεκριμένος Νορβηγός σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος Μάριους Χολστ («Δεσμοί Αίματος») επιστρέφει με ένα συγκλονιστικό δράμα, βασισμένο σε ένα πραγματικό περιστατικό με τραγική κατάληξη, το οποίο συνέβη το χειμώνα του 1915 στη νήσο Bastoy, στα νότια του Όσλο. Μια πανανθρώπινη ιστορία, που φέρνει αντιμέτωπο το σκληρό πρόσωπο της εξουσίας με το αδάμαστο νεανικό πνεύμα.

Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στην Εσθονία, καθώς στη νήσο Bastoy λειτουργεί εδώ και κάποια χρόνια μια φυλακή χαμηλής ασφαλείας.

Η ταινία «Βασιλιάς σε μια Κόλαση» έδωσε το έναυσμα για να ανοίξει η συζήτηση στην νορβηγική κοινωνία για το βρώμικο παρελθόν του σωφρονιστικού της συστήματος και να γραφτούν άρθρα, να διοργανωθούν εκθέσεις, να δικαιωθούν -έστω και πάνω από 100 χρόνια μετά την είσοδο του πρώτου αγοριού στο νησί- τα θύματα του Μπαστόι.

Βασιλιάς σε μια κόλαση(King of devil’s island – Kongen av Bastøy) 2011

Κλείνοντας το κείμενο της ανάρτησης μεταφέρω τα λόγια του διευθυντή της σημερινής φυλακής στο νησί Bastøy, Αρνε Νίλσεν:

«Ο νόμος δεν προβλέπει ότι όποιος καταδικάζεται σε φυλάκιση πρέπει να στέλνεται σε ένα τρομερό μέρος για να υποφέρει. Η τιμωρία είναι η στέρηση της ελευθερίας. Αν μεταχειριζόμαστε τους ανθρώπους σαν ζώα όταν είναι στη φυλακή θα συμπεριφερθούν κατά πάσα πιθανότητα κι εκείνοι σαν ζώα. Εδώ αντιμετωπίζουμε τους κρατουμένους ως ανθρώπους. Τους μαθαίνουμε να σέβονται τον άλλο. Είναι σημαντικό βγαίνοντας έξω να έχουν λιγότερες πιθανότητες να διαπράξουν κι άλλα εγκλήματα. Αυτό είναι δικαιοσύνη για την κοινωνία». (Πηγή: http://www.guardian.co.uk)

_

Advertisements