Ετικέτες

, , , , ,

Erich Fromm_pe

 Στη σημερινή κοινωνία της αγωνίας, του άγχους, της ανασφάλειας για το μέλλον και την οικονομική κρίση- κρίση της οποίας η πραγματική, ουσιαστική αιτία που επέτρεψε την οικονομική δυσφορία και την επέλαση του καπιταλισμού ως «στρατηλάτη» και βασανιστή των λαών που κατακτούσε- είναι ενδιαφέρον να διαβάσουμε στα μάτια των συνανθρώπων μας ή των ατόμων, ως στοιχείων στη συγκρότηση της κοινωνικής δομής, με ποιον τρόπο διεισδύει στο εσωτερικό αυτής της δομής και στο εσωτερικό των ψυχών τους. Είναι μια παρεξηγημένη έννοια ή ένας ανέφικτος στόχος; Στο βιβλίο «Η τέχνη της αγάπης» ο Έριχ Φρόμ, ανέπτυξε την δική τους προσέγγιση στην έννοια της προσφοράς. Είναι τόσο εύκολη υπόθεση η αγάπη; 

©Carina-Κ.Κ.

[…]

Τί είναι δόσιμο; Όσο κι αν φαίνεται απλή η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, ωστόσο είναι γεμάτη από αμφισβητήσεις και περιπλοκές. Η πιο διαδεδομένη παρεξήγηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δόσιμο σημαίνει χάσιμο, παραχώρηση, να στερείσαι κάτι, να θυσιάζεις κάτι. Το άτομο που ο χαρακτήρας τους δεν εξελίχθηκε πέρα από το στάδιο του προσανατολισμού προς την απολαβή, την εκμετάλλευση, την αποθησαύριση, νιώθει το δόσιμο μόνο μ΄ αυτόν τον τρόπο. Ο εμπορικός αυτός χαρακτήρας είναι πρόθυμος να δώσει αλλά μόνο σαν αντάλλαγμα γι αυτό που θα λάβει. Το να δώσει χωρίς να λάβει, σημαίνει γι αυτόν ότι απατήθηκε 3. Οι άνθρωποι που ο κύριος προσανατολισμός τους είναι μη δημιουργικός, νιώθουν το δόσιμο σαν δική τους πτώχευση, μείωση. Τα πιο πολλά άτομα αυτού του τύπου λοιπόν αρνούνται να δώσουν. Άλλοι δίνουν το νόημα της θυσίας στο δόσιμο και το όνομάζουν αρετή. Νιώθουν ότι ακριβώς επειδή είναι οδυνηρό να δίνεις, οφείλεις να δίνεις. Η αρετή του να δίνεις βρίσκεται γι αυτούς ακριβώς στο γεγονός της αποδοχής της θυσίας. Γι αυτούς, η αρχή ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις τη στέρηση παρά να νιώθεις χαρά.

Για το δημιουργικό χαρακτήρα, το δόσιμο έχει μια ολότελα διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η πιο υψηλή έκφραση του δυναμισμού. Στην ίδια την πράξη του δοσίματος νιώθω τη δύναμή μου, τον πλούτο, την ικανότητά μου. Αυτό το αίσθημα της πλουτισμένης ζωτικότητας και του δυναμισμού με γεμίζει χαρά. Νιώθω τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να χαρίζει, ολοζώντανος, και γι αυτό χαρούμενος 4. Το να δίνω μου φέρνει μεγαλύτερη χαρά από το να παίρνω, όχι γιατί είναι αποστέρησή μου αλλά γιατί στην πράξη της προσφοράς εκφράζεται η ζωντάνια μου, η ίδια μου η ύπαρξη.

Δεν είναι δύσκολο ν΄ αναγνωρίσουμε την αλήθεια αυτής της αρχής αν την εφαρμόσουμε σε ορισμένα ειδικά φαινόμενα. Το πιο απλό παράδειγμα θα το βρούμε στη σφαίρα των σεξουαλικών σχέσεων. Το κορύφωμα του σεξουαλικού οργασμού στον άντρα βρίσκεται στην πράξη της προσφοράς. Ο άντρας δίνει τον εαυτό του, το όργανό της επαφής, στη γυναίκα. Στην κορυφαία στιγμή του οργασμού δίνει το σπέρμα του. Δε μπορεί παρά να δώσει αν είναι δυνατός, ικανός. Αν δε μπορεί να δώσει είναι ανίκανος. Αλλά και για τη γυναίκα η διαδικασία δεν είναι διαφορετική αν και κάπως πιο περίπλοκη. Κι αυτή δίνει τον εαυτό της. Ανοίγει τις πύλες προς το θηλυκό της κέντρο. Την ώρα που παίρνει, ταυτόχρονα δίνει. Αν είναι ανίκανη γι αυτή την πράξη της προσφοράς, ανα μόνο μπορεί να παίρνει, τότε είναι ψυχρή. Στη γυναίκα πάλι η πράξη της προσφοράς επαναλαμβάνεται όχι στο ρόλο της ερωμένης αλλά στο ρόλο της μητέρας. Δίνει από τον εαυτό της στον άνθρωπο που σχηματίζεται μέσα της, δίνει το γάλα της στο νήπιο, δίνει τη ζεστασιά του κορμιού της. Το να μη δώσει θα ήταν στ’ αλήθεια οδυνηρό.

Στη σφαίρα των υλικών πραγμάτων το να δίνεις σημαίνει να είσαι πλούσιος. Πλούσιος δεν είναι εκείνος που έχει πολλά, αλλά εκείνος που δίνει πολλά. Ο αποθησαυριστής που έχει την αγωνία και την έγνοια μη χάσει κάτι, είναι, από την ψυχολογική άποψη, ο φτωχός και ξεπεσμένος άνθρωπος, άσχετο με το πόσα έχει. Όποιος έχει τη δύναμη να δίνει από τον εαυτό του, από το δικό του, είναι πλούσιος. Νιώθει τον εαυτό του σαν κάποιον που μπορεί να παρέχει από τν εαυτό του στους άλλους. Μόνο εκείνος που έχει στερηθεί απ’ όσα ξεπερνούν τις βασικές ανάγκες για την επιβίωση, θα ήταν ανίκανος να χαρεί την πράξη της προσφοράς των υλικών πραγμάτων. Αλλά η καθημερινή πείρα δείχνει ότι εκείνα που ένα άτομο θεωρεί σαν βασικές ανάγκες εξαρτώνται τόσο από τον χαρακτήρα του όσο και από το τί πραγματικά κατέχει. Είναι γνωστό σε όλους μας πως οι φτωχοί είναι πιο πρόθυμοι να δίνουν από τους πλούσιους. Ωστόσο και η φτώχεια που ξεπερνά κάποιο όριο, μπορεί να κάνει την προσφορά αδύνατη και είναι τόσο εξευτελιστική, όχι μόνο εξαιτίας της άμεσης δυστυχίας που προκαλεί αλλά εξαιτίας του ότι στερεί από το φτωχό τη χαρά της προσφοράς.

Ωστόσο η πιο σημαντική περιοχή της προσφοράς δε βρίσκεται στα υλικά πράγματα αλλά στον ιδιαίτερο ανθρώπινο κόσμο. Τί δίνει αλήθεια ένας άνθρωπος στο συνάνθρωπό του; Δίνει από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, δίνει από τη ζωή του. Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο, αλλά ότι του δίνει από κείνο που είναι ζωντανό μέσα του. Του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, την κατανόηση, τη γνώση, το χιούμορ, τη θλίψη του – απ’όλες τις εκφράσεις και εκδηλώσεις της ζωής που κρύβει μέσα του. Και καθώς δίνει μ’ αυτό τον τρόπο, εμπλουτίζει το συνάνθρωπο, δυναμώνει το αίσθημα της ζωντάνιας του με το να δυναμώνει τη δική του αίσθηση ύπαρξης. Δε δίνει με σκοπό να πάρει. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά. Καθώς όμως δίνει δε μπορεί παρά να γεννήσει κάτι καινούργιο μέσα στον άλλο άνθρωπο και αυτό που γεννιέται αντανακλάται πάλι σ΄ αυτόν. Όταν αληθινά δίνεις, δε μπορεί παρά να λάβεις εκείνο που σου ξαναδίνεται. Το να δίνεις, έχει σαν επακόλουθο να μεταβάλεις και τον άλλο άνθρωπο σε δότη, γι αυτό κι οι δυό τους μετέχουν στη χαρά αυτού του καινούργιου που δημιούργησαν. Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται και τα δύο πρόσωπα, νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυό τους. Ιδιαίτερα σε σχέση με την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μια δύναμη που δημιουργεί αγάπη. Η αδυναμία να δημιουργήσεις αγάπη, είναι ανικανότητα. Αυτή η σκέψη έχει εκφραστεί πιό πολύ όμορφα από τον Μαρξ: «Ας πάρουμε», γράφει «τον άνθρωπο σαν άνθρωπο και τη σχέση του με τον κόσμο σαν ανθρώπινη σχέση, και τότε δε μπορείς ν’ ανταλλάξεις την αγάπη παρά μόνο με εμπιστοσύνη κλπ. Αν θέλεις να χαρείς την τέχνη, πρέπει να είσαι καλλιτέχνικά διαπαιδαγωγημένος. Αν θέλεις να έχεις επιρροή στους άλλους, πρέπει να είσαι ένα τέτοιο άτομο που πραγματικά να ασκεί μια διεγερτική και προαγωγική επίδραση στους άλλους. Κάθε σχέση σου με τους ανθρώπους και τη φύση πρέπει να είναι μια συγκεκριμένη έκφραση της πραγματικής ατομικής σου ζωής που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της θέλησής σου. Αν αγαπάς χωρίς να προκαλείς αγάπη, δηλαδή αν η αγάπη δε φέρνει και στον άλλο την αγάπη, αν καθώς εκφράζεσαι στη ζωή σαν άνθρωπος που αγαπά δεν γίνεσαι ταυτόχρονα και αγαπημένος, τότε η αγάπη σου είναι ανίκανη, είναι δυστυχία»5. Αλλά όχι μόνο στην αγάπη, το να δίνεις σημαίνει και να παίρνεις. Και ο δάσκαλος διδασκεται από τους μαθητές του, ο ηθοποιός ενθαρρύνεται από το κοινό του, ο ψυχαναλυτής θεραπεύεται από τον ασθενή του- με τον όρο ότι δε μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλο σαν αντικείμενα αλλά συνδέονται ανάμεσά τους πηγαία και δημιουργικά.

Δε χρειάζεται ίσως να τονίσουμε ιδιαίτερα το ότι η ικανότητα να αγαπάς σαν μια πράξη προσφοράς εξαρτιέται από την ανάπτυξη του χαρακτήρα ενός ατόμου.

[…]

Σημειώσεις

3. Περισσότερα για τον εμπορευματοποιημένο(αγοραστικό)χαρακτήρα στο «Ο άνθρωπος για τον εαυτό του», εκδόσεις Μπουκουμάνη.
4.   Πρβλ. τον ορισμό της χαράς που δίνει ο Σπινόζα.
5.  «Nationalokonomie und Pholosophie», 1844, περιλαμβάνεται στο Die Fruhschriften του Μάρξ, Alfred Kroner Verlag, Στουτγάρδη, 1953, σελ. 300, 301.

Σελ. 134-136

__

Advertisements