Ετικέτες

, , , ,

foucault

Η περιοδολόγηση της εξουσίας κατά Φουκώ

Ο άξονας γύρω από τον οποίο σπονδυλώνεται η ανάλυση του Μασερέ, είναι το γεγονός ότι ο χαρακτήρας της εξουσίας στον καπιταλισμό είναι κατά βάση θετικός και όχι κατασταλτικός. Πρόκειται για την κατεξοχήν θεωρητική θέση του Φουκώ, που επηρέασε και ορισμένους μαρξιστές, κυρίως εκείνους του αλτουσεριανού ρεύματος.

Ο Φουκώ άσκησε σφοδρή πολεμική στην κυρίαρχη θεωρία για την εξουσία που πρότασσε τον αρνητικό, κατασταλτικό και λεγκαλιστικό της χαρακτήρα. Εκείνη την αναπαράσταση της εξουσίας δηλαδή, της οποίας η βασική λειτουργία είναι να καταστέλλει, να οριοθετεί και να αναχαιτίζει τη δράση του υποκειμένου πάνω στο οποίο ασκείται.

Ανέδειξε λοιπόν, τη θετική και παραγωγική διάσταση της εξουσίας ως την κυρίαρχη όψη της, την εποχή ανάδυσης του αστικού κόσμου. Γι’ αυτόν, η εξουσία κατά κύριο λόγο «παράγει» έναν τύπο υποκειμένου, το «πλάθει», το κατευθύνει και το διαμορφώνει, προετοιμάζοντας και ιχνηλατώντας το έδαφος πάνω στο οποίο θα βαδίσει. Είναι μια εξουσία η οποία πρώτα και κύρια καταφάσκει και δημιουργεί το υποκείμενο εντός της ειδικής της σχέσης και δευτερευόντως το περιορίζει και το καταστέλλει.

Αξίζει στο σημείο αυτό να παραθέσουμε την περιοδολόγηση στην οποία προχωράει ο Φουκώ αναφορικά με την εξουσία, μια που θα μας βοηθήσει σαν οδηγός σε αυτήν εδώ την εργασία[2]. Μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, όσο κυριαρχεί η φεουδαρχία, η εξουσία είναι αρνητική και περιοριστική, με έντονη τη νομική της διάσταση. Από τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι και σήμερα, περίοδος που συμπίπτει περίπου με την ανάδυση και εδραίωση του καπιταλισμού σαν κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, αλλάζει ο χαρακτήρας της και μετατρέπεται σε θετική και παραγωγική, όπως ορίστηκε προηγουμένως.

Στη δεύτερη αυτή περίοδο, ο Φουκώ ορίζει δύο υποπεριόδους: (α) Την πειθαρχική εξουσία (τέλη 17ου αιώνα – μέσα 18ου αιώνα), κύρια χαρακτηριστικά της οποίας είναι η επιτήρηση, η εποπτεία, η ιεράρχηση και η λεπτομερής καταγραφή και ταξινόμηση των δεξιοτήτων, διαγωγών και δυνατοτήτων και της οποίας οι αποφύσεις φτάνουν μέχρι και τα πιο μεμονωμένα άτομα και σώματα. (β) Τη βιοεξουσία (από τα μέσα του 18ου αιώνα και ύστερα), η οποία έρχεται συμπληρωματικά και όχι αντιπαραθετικά στην πειθαρχική «τεχνολογία». Μετατοπίζει το διακύβευμά της από την ατομική σωματότητα στο πλήθος, τη μάζα, τα ευρύτερα κοινωνικά σύνολα. Είναι η περίοδος εκείνη που σφραγίζεται από την ανάδυση των επιστημών του ανθρώπου, την ιατρική, την ψυχανάλυση, αλλά και μαθηματικών εργαλείων όπως η στατιστική και οι πιθανότητες. Είναι ο τύπος εξουσίας που θα προσανατολιστεί στο να «κατασκευάσει» μαζικά κοινωνικά υποκείμενα, ολόκληρους πληθυσμούς (σα μη μετρήσιμα πολυκέφαλα σώματα) πάνω σε γενικές τάσεις και αξιολογήσεις. Ταυτόχρονα θέτει ως επίδικο αντικείμενο τη διαχείριση της ζωής (με ιδιαίτερη μέριμνα στην αναπαραγωγή, την ψυχική και τη σωματική υγεία) ως μοχλό βελτιστοποίησης της αποδοτικότητάς τους.

Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, ο Μασερέ στηριζόμενος στο Φουκώ, συνοψίζει και ομαδοποιεί τα χαρακτηριστικά της νέας αυτής μορφής εξουσίας στα ακόλουθα: (α) Είναι αποκεντρωμένη, πληθυντική[3] και ειδική και δεν ανάγεται σε ένα σφαιρικό, καθολικό τύπο εξουσίας, (β) έχει απεμπλακεί από την πρότερη κρατική και θεσμική μορφή της, (γ) είναι θετική και όχι απαγορευτική και (δ) συστηματοποιείται με τη βαθμιαία, αλλά και αδιάκοπη τεχνικοποίησή της, ακολουθώντας τη μέθοδο δοκιμών και σφαλμάτων.

Χτίζοντας το «παραγωγικό υποκείμενο»

Το οικονομικό επίπεδο, η καπιταλιστική παραγωγική μονάδα, αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό πεδίο εκδίπλωσης του νέου καταφατικού τύπου εξουσίας. Η επιχειρηματολογία του Μασερέ, αναπτύσσεται γύρω από τη θέση ότι η απόσπαση υπεραξίας, η κερδοφορία και η συσσώρευση (βασικό γνώρισμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής), θα ήταν αδύνατες αν απουσίαζε η κυρίαρχη μορφή της «παραγωγικής» εξουσίας.

Ο Μαρξ ανακάλυψε το μηχανισμό κερδοφορίας στον καπιταλισμό, που είναι η απόσπαση της υπεραξίας από την εργασία του εργάτη. Είναι η απόλυτη θεωρητική καινοτομία του 19ου αιώνα, που ωθεί το Μαρξ να εισχωρήσει πολύ βαθιά, να αναλύσει και να τεμαχίσει τη λειτουργία του καπιταλισμού, κάνοντας τις μελέτες του Ρικάρντο να μοιάζουν με απλές περιγραφές. Τι μπορεί όμως να προσφέρει η ανάλυση του Φουκώ σε αυτήν την ήδη μεγάλη ανακάλυψη;

Η «συνάντηση» (όπως θα έλεγε και ο ύστερος Αλτουσέρ) Φουκώ και Μαρξ, μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα ποιος είναι ο τύπος εκείνος της καπιταλιστικής εξουσιαστικής σχέσης, που καθιστά δυνατή και εξασφαλίζει στον κεφαλαιοκράτη την απόσπαση υπεραξίας. Η ύπαρξη της αστικής εκμεταλλευτικής σχέσης είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη. Εφαρμόζοντας τα θεωρητικά εργαλεία του Φουκώ στις αναλύσεις του Μαρξ, μπορούμε να κατανοήσουμε ποιος είναι ο ειδικός χαρακτήρας της εξουσίας που επιτρέπει το σχηματισμό της υπεραξίας. Και αυτή τη φορά ως ικανή προϋπόθεση.

Ο όρος είναι η ύπαρξη μιας θετικής και όχι ανασταλτικής μορφής εξουσίας εντός της αστικής παραγωγικής μονάδας, η οποία χωρίζει την εργασιακή δύναμη του εργάτη από τις συνθήκες ενεργοποίησης και χρήσης της. Ακολουθούμε παρακάτω, το νήμα της επιχειρηματολογίας του Μασερέ, σε μια προσπάθεια να τεκμηριώσουμε το δυνατόν πληρέστερα, τη φαινομενικά παράτολμη αυτή θέση μας.

Η διαιρεμένη εργασιακή δύναμη εντός της παραγωγικής διαδικασίας, εντός των συγκεκριμένων χρονικών και χωρικών ορίων της, πλάθεται και σχηματοποιείται με τέτοιο τρόπο, περνώντας μέσα από διάφορους κανόνες λειτουργίας και κάτω από ιδιαίτερες συνθήκες, ώστε να εμφανίζεται πλέον σαν ανοίκεια στο φορέα της, αφού δεν έχει κανένα λόγο και έλεγχο στον τρόπο χρήσης της. Όλα μοιάζουν σαν να την έχει πλέον στην κατοχή του ο καπιταλιστής αυτοδίκαια και τη χειρίζεται κατά το δοκούν. Αυτή η εργασιακή δύναμη έχει μετατραπεί σε «παραγωγική δύναμη» και ο εργαζόμενος έχει μετατραπεί σε «παραγωγικό» υποκείμενο.

Εδώ βρίσκεται το σημείο-κλειδί: Δεν πρόκειται για μια έμφυτη ιδιότητα του εργαζομένου (να είναι διαχωρισμένος από την εργασιακή του δύναμη), την οποία ο αστικός τρόπος παραγωγής φέρνει στην επιφάνεια. Είναι αντίθετα, όπως ορθά το θέτει ο Μασερέ, μια κορυφαία ιστορική παρέμβαση του καπιταλισμού, που παράγει τον εργαζόμενο ως «διχασμένο υποκείμενο»[4] σχεδόν εκ του μηδενός. Τον κατασκευάζει ως τέτοιο, τουλάχιστον τις ώρες που εκτυλίσσεται η εργασιακή διαδικασία, και αυτό το κάνει μόνο μια εξουσία που κυρίαρχα «καταφάσκει». Και σε αυτό δεν υπάρχει τίποτα το «φυσικό».

Στο πλαίσιο αυτό, ο καπιταλιστής προχωρά σε μία συμφωνία με τον εργαζόμενο για το αντίτιμο που θα του καταβάλλει για την παραχώρηση της εργασιακής του δύναμης στον ίδιον. Όμως ο καπιταλιστής έχοντας, όπως είδαμε, διαχωρίσει αυτήν από την ενδεχόμενη χρήση της και επιπλέον έχοντας κερδίσει την αναγνώριση από τον εργαζόμενο ότι αυτή η διαδικασία είναι εντελώς φυσιολογική και αδιαμφισβήτητη (σα «δεύτερη φύση», σα «να ήταν πάντα έτσι»), πληρώνει τον εργαζόμενο το αντίτιμο της συντήρησης και αναπαραγωγής της εργασιακής του δύναμης και όχι το αντίτιμο της αξίας που αυτή παρήγαγε εντός παραγωγικής διαδικασίας. Ουσιαστικά δηλαδή, τον πληρώνει το αντίτιμο της ανταλλακτικής αξίας της εργασιακής του δύναμης και όχι αυτό της ανταλλακτικής αξίας που δημιουργεί η μετασχηματισμένη παραγωγική του δύναμη εντός μονάδας παραγωγής.

Η «νέα» παραγωγική δύναμη μπορεί να παράγει μεγαλύτερη αξία από όση χρειάζεται για να αναπαραχθεί, διότι ο καπιταλιστής σχηματίζει το «παραγωγικό» υποκείμενο σαν το συνδυασμένο αποτέλεσμα της εργασίας των μεμονωμένων εργατών και την ποσοτική και κυρίως ποιοτική τους σύνθεση, έτσι όπως επιτυγχάνεται από την ειδική συνάρθρωση των ποικίλων εργασιακών διαδικασιών και κανόνων. Άρα, στην πραγματικότητα μιλάμε για ένα μαζικό και συνεκτικό παραγωγικό υποκείμενο, το οποίο είναι επόμενο να είναι ανώτερο από το απλό μηχανικό άθροισμα των ξεχωριστών εργαζομένων. Όταν ένα τέτοιο υποκείμενο τίθεται είτε σε συνθήκες επιμήκυνσης του χρόνου εργασίας, είτε σε συνθήκες εντατικοποίησης ή γενικής αύξησης της παραγωγικότητας και τεχνολογικής προόδου, τις συνθήκες δηλαδή απόλυτης ή σχετικής υπεραξίας αντίστοιχα, η κερδοφορία μπορεί να θεωρείται εγγυημένη.

Η διάκριση «νεκρής» και «ζωντανής» εργασίας από το Μαρξ μπορεί να φωτίσει από μία άλλη οδό, το φαινομενικά «ταχυδακτυλουργικό» κόλπο της παραγωγής υπεραξίας. Η νεκρή εργασία είναι γενικά τα εμπορεύματα, δηλαδή η περατωμένη, αποκρυσταλλωμένη εργασία σε ένα προϊόν. Η «ζωντανή» εργασία είναι η εργασιακή δύναμη σε κίνηση εντός των καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας ή αλλιώς η παραγωγική δύναμη.[5] Η εργασιακή δύναμη, από τη σκοπιά του εμπορεύματος (αφού στον καπιταλισμό πωλείται ελεύθερα σαν τέτοιο), έχει την ιδιότητα να αποτελεί προϊόν συνάρθρωσης των δύο παραπάνω ειδών εργασιών. Είναι «νεκρή» στο βαθμό που κατέχεται από τον εργαζόμενο και απλώς τη συντηρεί πριν εισαχθεί στην παραγωγική διαδικασία και ταυτόχρονα εν δυνάμει «ζωντανή», αν τεθεί δυναμικά σε κίνηση εντός παραγωγικής διαδικασίας. Εκεί ακριβώς ο καπιταλιστής, αφού έχει επιμελώς συσκοτίσει την ζωντανή διάσταση της εργασιακής δύναμης του εργαζόμενου, τον αποζημιώνει μόνο για τη νεκρή πτυχή αυτής, σα να μην είχε εισέλθει ποτέ στην παραγωγική μονάδα.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ παρενθετικά, ότι δεν πρόκειται για ένα «κλέψιμο του ιδρώτα» του εργαζόμενου από τον καπιταλιστή. Αυτό θα παρέπεμπε ευθέως σε μια νομική αναπαράσταση της σχέσης εξουσίας των δύο μερών και πρακτικά σε κάποια ορισμένη αθέτηση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας. Η απόσπαση υπεραξίας διενεργείται εντός μιας σχέσης εξουσίας στην οποία ο εργαζόμενος εντάσσεται «αυτοβούλως» (καταχρηστικά μιλώντας, γιατί γνωρίζουμε ότι ποτέ ακριβώς δε γίνεται έτσι) και η οποία έχει οριστεί με τέτοιο τρόπο από τον κυρίαρχο πόλο, ώστε να μην υπάρχει τίποτα το παράτυπο – τουλάχιστον νομικά – εκεί. Μία σχέσης εξουσίας θέτει καταστατικά τον κυρίαρχο στη θέση της αυθεντίας, από την οποία ορίζει το «παιχνίδι» κατά βούληση. Οι εργατικές αντιστάσεις πρέπει να στηρίζονται πρωταρχικά στην ταξική αμφισβήτηση αυτής της παραδοχής του καπιταλιστή, ότι η παραγωγική δύναμη του ανήκει αυτοδίκαια. Διαφορετικά, τα νομικά σχήματα, πολύ διαδεδομένα στην Αριστερά, δε συνεισφέρουν στην άνοδο της ταξικής συνειδητότητας του εργάτη και στη χάραξη μάχιμων και επιθετικών μορφών πάλης, με συνέπεια να καταλήγουν ως επί το πλείστον στη μοιρολατρία και την απογοήτευση.

Κλείνοντας αυτήν την ενότητα, αν καλούμασταν να διατυπώσουμε με μία φράση το γενικό τύπο της καπιταλιστικής κερδοφορίας, θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: Το κέρδος προκύπτει από μία εξουσία κατά βάση θετική, η οποία «παρασκευάζει» ένα νέο, συνεκτικό, μαζικό και ειδικά αρθρωμένο «παραγωγικό» υποκείμενο, το οποίο θέτει σε κίνηση κάτω από συνθήκες απόλυτης ή σχετικής υπεραξίας.

Οι τροπικότητες της παραγωγικής εξουσίας στον καπιταλισμό

Ας λύσουμε εδώ την παρεξήγηση που ενδεχομένως δημιουργήθηκε προηγουμένως, από τη θέση ότι η θετική φύση της εξουσίας αποτελεί την ικανή συνθήκη απόσπασης υπεραξίας. Ικανή συνθήκη αποτελεί μόνο στο βαθμό που το περιεχόμενο και οι πρακτικές της προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σίγουρα, δε θα μπορούσε μια οποιαδήποτε θετική εξουσία να συντελέσει έτσι από μόνη της στην κερδοφορία. Παρακάτω, σταχυολογούμε τις σπουδαιότερες πρακτικές, που καθιστούν τη γενικώς καταφατική εξουσία – με καπιταλιστικούς όρους – παραγωγική.

Η εργασιακή διαδικασία είναι δομημένη στη βάση μιας σειράς κανόνων. Είναι κανόνες που ρυθμίζουν λεπτομερώς τις επιμέρους εργασίες, συνεργασίες, χρονισμούς αλλά και συμπεριφορές. Οι κανόνες δεν είναι σκέτες θεσμικές επιταγές συμμόρφωσης, αλλά αποτελούν τη ραχοκοκαλιά και τους νευρώνες όλης της παραγωγικής μονάδας. Παραλαμβάνουν τους εργαζόμενους, που διαθέτουν την πρωτόλεια εργασιακή τους δύναμη και την κατεργάζονται, την εκπαιδεύουν, τη διαπλάθουν, την εξορθολογίζουν, την τεμαχίζουν, την κατανείμουν και τη συντονίζουν με τέτοιο τρόπο που να κατατείνει στη συγκρότηση ενός πολυπληθούς αλλά και ενιαίου παραγωγικού σώματος. Πρόκειται για κεντρικό στοιχείο της πειθαρχικής εξουσίας κατά Φουκώ, με μια επιτελεστική λειτουργία. Υπό αυτήν την έννοια, η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία είναι μία κανονιστική διαδικασία, μια που οι κανόνες εντός της παρεμβαίνουν ενεργά, ασκώντας μία μετασχηματιστική δράση επί της πραγματικότητας της ξεχωριστής εργασιακής δύναμης.

Επιπλέον, η ύπαρξη κανόνων συνδράμουν στο να αποπροσωποποιείται η εξουσία εντός παραγωγικής διαδικασίας, κάνοντάς τη διάχυτη, πολυδαίδαλη και πανταχού παρούσα. Παράλληλα, η έντονη τελετουργική διάσταση των κανόνων, προσδίδει στον εργαζόμενο μια αίσθηση αυτενέργειας και πρωτοβουλίας, την ίδια στιγμή που αυτός καναλιζάρεται εξ’ ολοκλήρου. Με αυτόν τον τρόπο, ενσωματώνεται και εγγράφεται η πειθαρχική εξουσία στον εργαζόμενο και τον ωθεί να την αντιλαμβάνεται την όλη διαδικασία ως «δεύτερη φύση», «σα να μην μπορούσε να ήταν αλλιώς» (κάτι που θα μπορούσε να συνέβαινε πολύ πιο εύκολα με μία εξουσία πιο «εξωτερική», πιο «ουρανοκατέβατη»).

Μία τέτοια εξουσία λοιπόν, η οποία είναι αθόρυβη, αφανής, μειλίχια, εύπλαστη, δε γίνεται αντιληπτή από τους εργαζόμενους. Η ενεργητική υποταγή των εργαζομένων στους εξουσιαστικούς κανόνες της επιχείρησης με όρους αυτοματισμού, ταυτοποιούνται από αυτούς ως προσίδιες ενέργειες και όχι ως αποτέλεσμα κάποιας πιο «υπόγειας» και εσωτερικής επιβολής. Αυτή η διαδικασία είναι όρος του αποχωρισμού της εργασιακής δύναμης του εργαζομένου από τον τρόπο κίνησής της. Απέναντι σε μία τέτοια εξουσία, που είναι τόσο περίπλοκη, ενδογενής και μοιάζει να αναβλύζει από την ίδια τη βάση, ο εργάτης δεν μπορεί εύκολα να αντιληφθεί την εκμετάλλευση, να αποστασιοποιηθεί και να αμφισβητήσει την καπιταλιστική επιβολή και αυθεντία. Από την άλλη πλευρά, μπορούμε να φανταστούμε ότι αν είχε να αναμετρηθεί με μία αρνητική εξουσία, που θα χρησιμοποιούσε τον άμεσο καταναγκασμό και όχι την πειθώ, γρήγορα θα εξεγειρόταν, αφού πέραν όλων των άλλων, θα αναδυόταν πολύ πιο εύκολα στη συνείδησή του η κεντρική διευθυντική αρχή.

Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο είναι η προσαρμοστικότητα και η ευελιξία που διαθέτει η εξουσία στην παραγωγική μονάδα. Έχει μια ικανότητα να αξιολογεί τις δυνατότητες του κάθε εργαζόμενου, να δρομολογεί βελτιώσεις στις ατομικές επιδόσεις και να αποσπά το μέγιστο σε επίπεδο αποδοτικότητας, σε μια διαδικασία συνεχούς μετασχηματισμού των ικανοτήτων του. Έτσι, η έκταση που διαθέτει αυτού του τύπου η εξουσία και τα πολλαπλά μετατιθέμενα κέντρα της την καθιστούν πρωτοφανώς αποτελεσματική.

Αυτό όμως ισχύει αναφορικά με την πειθαρχική συνιστώσα της εξουσίας. Η «βιοπολιτική» της πλευρά, αναλαμβάνει, θα λέγαμε, τη συνάρθρωση όλων των επιμέρους και σχετικά αυτόνομων διαδικασιών σε ένα σφαιρικό σχέδιο. Διενεργεί συλλογικές αξιολογήσεις και ομαδοποιεί τμηματικές εργασιακές διαδικασίες με γνώμονα πάντα τη βελτιστοποίηση της παραγωγικότητας. Επιπρόσθετα, οικειοποιούμενη τα εργαλεία της στατιστικής και των πιθανοτήτων προβαίνει σε εκτιμήσεις και προβλέψεις σε μαζική κλίμακα και θέτει μακροπρόθεσμη στοχοθεσία κερδοφορίας, αναλαμβάνοντας και το ανάλογο ρίσκο της διάψευσής τους. Το σημαντικό είναι εδώ να κατανοήσουμε ότι με αυτή τη μέθοδο, κατασκευάζει ένα πεδίο ενδεχόμενης δράσης του υπό ένταξη εργαζόμενου, το οποίο είναι λεπτομερώς προδιαμορφωμένο και «ποντάρει» στη σιωπηρή προσδοκία ότι ο εργαζόμενος θα κατορθώσει να προσαρμοστεί στους κανόνες λειτουργίας, να εναρμονίσει και να μεταπλάσει την εργασιακή του δύναμη σύμφωνα με τις προκαθορισμένες απαιτήσεις και να καταστεί παραγωγικός. Αν τελικά δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες του καπιταλιστή, αποβάλλονται από την παραγωγική διαδικασία χωρίς ιδιαίτερες ποινές και ρητές καταδίκες. Η καπιταλιστική παραγωγική μονάδα είναι πρώτα από όλα, ένα δυνητικό πεδίο παραγωγικότητας χωρίς πραγματική a priori εγγύηση.

Μην ξεγελαστούμε όμως. Οι επιμέρους πρακτικές και κανόνες δεν ανάγονται ευθέως σε κάποια ενιαία και συγκεντρωτική βαθμίδα. Δε συνιστούν δηλαδή, τμηματικά μέρη μιας κεντρικής και ολοποιητικής Αρχής. Είναι σχετικά αυτόνομες, πληθυντικές, εξειδικευμένες διαδικασίες, που χρήζουν συντονισμού και συγκεκριμένης συνάρθρωσης από κάποια διευθυντική αρχή (γι’ αυτό άλλωστε και ο Μασερέ χρησιμοποιεί στο σημείο αυτό τη θέση του Αλτουσέρ για την ιστορία, «διαδικασίες χωρίς σκοπό και τέλος»). Η υιοθέτηση της αντι-ουσιοκρατικής οπτικής εδώ, κρίνεται σκόπιμη.

Τέλος, η συνοχή εντός παραγωγικής μονάδας «δένεται» με την άσκηση του τριπτύχου διεύθυνση – επιτήρηση – μεσολάβηση. Ο καπιταλιστής για να ελέγξει όλες τις επιμέρους διαδικασίες, να εγκαταστήσει το «βλέμμα» του σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της επιχείρησης, οφείλει να εκχωρήσει ένα μέρος της εξουσίας και της αυθεντίας του σε κάποια ενδιάμεσα στελέχη, τα οποία αναλαμβάνουν να πειθαρχούν τους εργαζόμενους, να επιτηρούν την ορθή εφαρμογή των κανόνων και να αξιολογούν τις επιδόσεις τους. Είναι η εμπράγματη αποκέντρωση της αστικής εξουσίας, ο ιμάντας μεταβίβασης των εντολών, των παροτρύνσεων, των επιπλήξεων και των καθορισμένων στόχων. Είναι το φως πάνω σε κάθε «σκιερή» γωνία της μονάδας παραγωγής. Δεν αφήνει λοιπόν, ο καπιταλισμός ανεκμετάλλευτο το μοντέλο στρατιωτικής ιεραρχίας, που διαχέει τόσο αποτελεσματικά την εξουσία του σε κάθε κύτταρο του «σώματος» πάνω στο οποίο ασκείται.

Η νεότερη εξουσία, ακόμα και στις πιο αντι-παραγωγικές και άχρηστες στιγμές της έχει παράξει κάποιον τύπο (ή ακόμα και ένα αντικείμενο) γνώσης. Αυτός πάντα είναι εν δυνάμει χρήσιμος και έτοιμος να βγει από τα ιστορικά κατάστιχα, αν θεωρήσει ο καπιταλιστής (αλλά και ο κυβερνήτης) ότι αυτός μπορεί να προσφέρει κάποια βελτίωση εδώ ή κάποια λύση εκεί. Το αξιοπερίεργο είναι ότι η σύγχρονη εξουσία για να καταστεί καταφατική, χρειάστηκε να υιοθετήσει μια σειρά από μεθόδους, που ανήκουν στην αμιγώς πολιτική «τεχνολογία» της εξουσίας. Μάλλον λοιπόν, είχε δίκιο ο Φουκώ όταν έγραφε: «Η νεότερη εξουσία, καθώς μεταφέρει την πολιτική στο επίπεδο της οικονομίας, μετατρέπει συγχρόνως την οικονομία σε πολιτική, με την πλήρη έννοια του όρου»[6].

Σημειώσεις

[1] Πιερ Μασερέ, Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο, εκδόσεις Εκτός Γραμμής

[2] Μισέλ Φουκώ, Για την υπεράσπιση της κοινωνίας, Εκδόσεις Ψυχογιός

[3] Στο εξής, είναι προτιμότερο η «εξουσία» να διαβάζεται ως «εξουσίες», με την έννοια μιας εξουσίας που δεν είναι κεντρική, από την οποία ξεκινούν «όλες οι εντολές».

[4] Ο όρος διχασμένο υποκείμενο αποτελεί «δάνειο» από την ψυχαναλυτική προβληματική του Λακάν και η χρήση του, εκτιμούμε ότι δεν είναι καθόλου τυχαία: Έτσι όπως το μικρό παιδί συγκροτείται ως υποκείμενο (με την έννοια της ένταξής του στο Συμβολικό) με την «ιδρυτική» πράξη ενός διχασμού, ύστερα από την ανάδυση του πατέρα (φορέα του Νόμου), το συμβολικό ευνουχισμό και την οριστική παραίτηση από το πρωταρχικό αντικείμενο της επιθυμίας του, έτσι και ο εργαζόμενος προκειμένου να καταστεί «παραγωγικό» υποκείμενο, πρέπει να διχαστεί αναφορικά με την εργασιακή του δύναμη, για τη χρήση της οποίας δεν μπορεί να έχει εποπτεία (σύμφωνα με το Αλέν Βανιέ, Λακάν όσο πιο απλά γίνεται, Εκδόσεις Κέδρος).

[5] Για αποφυγή παρερμηνειών, πρέπει να σημειώσουμε ότι εδώ δεν αναφερόμαστε στις παραγωγικές δυνάμεις γενικά, αλλά στην εργασιακή δύναμη στενά, η οποία μετασχηματίζεται σε παραγωγική δύναμη.

[6] Michel Foucault, Dits et Ecrits, τομ. ΙΙΙ, Gallimard

Πηγή: Απόσπασμα από το ιστολόγιο Η Λέσχη

__

Advertisements