Ετικέτες

,

Παναγία Σουμελά *

Ματζούκα, Μονή Παναγίας Σουμελά, Καθολικό, Ζωγραφικός Διάκοσμος
Συγγραφή : Αγρέβη Μαρία (1/8/2003)

Για παραπομπή: Αγρέβη Μαρία, «Ματζούκα, Μονή Παναγίας Σουμελά, Καθολικό, Ζωγραφικός Διάκοσμος», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=5239&gt;
Ματζούκα, Μονή Παναγίας Σουμελά, Καθολικό, Ζωγραφικός Διάκοσμος (2/6/2008 v.1) Matzouka, Soumela Monastery, katholikon, Wall Painting – δεν έχει ακόμη εκδοθεί

1. Διατηρηση

Η Μονή της Παναγίας Σουμελά κτίστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα στην πλαγιά του όρους Μελά, στην περιοχή της Ματζούκας στα νότια της Τραπεζούντας. Αποτέλεσε το παλλάδιο του ποντιακού ελληνισμού για έξι αιώνες περίπου, έως το 1923, οπότε λόγω των ιστορικών συνθηκών εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς της. Η φυσική φθορά που επήλθε με το πέρασμα του χρόνου σε συνδυασμό με την πυρκαγιά του 1930 και τους βανδαλισμούς των δεκαετιών 1960 και 1970 αλλοίωσαν την αρχική μορφή του μοναστηριού, την οποία στόχο έχει να αποκαταστήσει το πρόγραμμα ανασυγκρότησής του που μελετάται τον τελευταίο καιρό.1

2. Ζωγραφικος διακοσμος

Οι τοιχογραφίες του μοναστηριού που έχουν δημοσιευτεί, λίγες βυζαντινές και περισσότερες μεταβυζαντινές, προέρχονται από το καθολικό, που είναι γνωστό και ως «Ιερή Σπηλιά», από το μέτωπο του βράχου βορείως του ναού, καθώς και από πέντε συνολικά παρεκκλήσια μέσα και έξω από τον περίβολό του. Οι τοιχογραφίες αυτές καλύπτουν μιαν ευρεία χρονική περίοδο, από λίγο πριν από το 12ο αιώνα έως και το 18ο. Στο σύνολο αυτών των τοιχογραφιών δεν αποκλείεται να προστεθούν και άλλες όταν γίνει δυνατή η πρόσβαση σε ορισμένα κατεστραμμένα παρεκκλήσια της μονής.

2.1. «Ιερή Σπηλιά» και βόρειο μέτωπο βράχου

Εσωτερικά και εξωτερικά του κυρίως ναού του μοναστηριού, όπως και στο μέτωπο του βράχου βορείως του ναού, έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη τοιχογραφιών που, όπως ήδη αναφέρθηκε, χρονολογούνται στην περίοδο λίγο πριν από το 12ο αιώνα έως και το 18ο.

2.1.1. Βυζαντινές τοιχογραφίες

Οι παλαιότερες τοιχογραφίες στο χώρο αυτό έχουν εντοπιστεί στο εσωτερικό της οροφής του ναού· πρόκειται για δύο μετάλλια με την Παναγία και τον Χριστό στη βόρεια πλευρά και μια παράσταση του αρχάγγελου Γαβριήλ στη νότια πλευρά της οροφής, που, αν και έχουν δεχτεί επιζωγραφίσεις, παρουσιάζουν στενή σχέση με την τέχνη της Ρωσίας της εποχής πριν από το 12ο αιώνα.2 Οι παραστάσεις αυτές είναι και οι παλαιότερες που έχουν εντοπιστεί τόσο στο ναό όσο και σε ολόκληρο το μοναστηριακό συγκρότημα της Σουμελά.

Μεταγενέστερο είναι το τμήμα μιας τοιχογραφίας στο μέτωπο του βράχου στα βόρεια της «Ιερής Σπηλιάς», που ήλθε στο φως κάτω από κατεστραμμένα τμήματα παράστασης της Δευτέρας Παρουσίας του επιφανειακού στρώματος. Πρόκειται για την κεφαλή μόνο μιας μορφής, στην οποία το 1970 ο Winfield αναγνώρισε το χέρι ενός από τους ζωγράφους που συμμετείχαν στην τοιχογράφηση της Αγίας Σοφίας της Τραπεζούντας,3 χρονολογώντας την κατά συνέπεια στη δεκαετία του 1260.4

Το σύνολο των γνωστών βυζαντινών τοιχογραφιών από το χώρο που εξετάζεται το συμπληρώνει η παράσταση που διατηρείται σε κακή κατάσταση στα ανατολικά του εσωτερικού νότιου τοίχου του ναού. Μέσα σε πλαίσιο που ορίζουν τέσσερις λεπτές κόκκινες ταινίες έχουν απεικονιστεί τρεις όρθιες ολόσωμες μορφές ντυμένες με βασιλική ενδυμασία, εκ των οποίων η ψηλότερη στο κέντρο ταυτίστηκε με τον Αλέξιο Γ΄ Μεγάλο Κομνηνό (1349-90), η αριστερή μορφή με τον γιο του Μανουήλ Γ΄ Μεγάλο Κομνηνό (1390-1417) και η δεξιά με τον Ανδρόνικο Δ΄ Μεγάλο Κομνηνό (1376-79).5 Η ακριβής χρονολόγηση της παράστασης συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας, καθώς κατά τους Μillet και Talbot Rice, με βάση την τεχνοτροπία της, πρέπει να χρονολογηθεί στις αρχές του 15ου αιώνα, επί βασιλείας δηλαδή Μανουήλ Γ΄ ή λίγο μετά το θάνατό του το 1417,6 ενώ κατά τους Βryer και Winfield επί Αλεξίου Γ΄.7

2.1.2. Μεταβυζαντινές τοιχογραφίες

Οι περισσότερες τοιχογραφίες στο μοναστήρι ανήκουν στην εποχή μετά την κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς (1461).

Α΄ στρώμα τοιχογράφησης: το παλαιότερο στρώμα της Μεταβυζαντινής περιόδου εντοπίστηκε στο εσωτερικό του βόρειου τοίχου του ναού και ήλθε στην επιφάνεια ύστερα από την καταστροφή του ανώτερου στρώματος τοιχογραφιών. Έχει διατηρηθεί σε πολύ κακή κατάσταση, καθώς είχε υποστεί συνεχή σφυροκοπήματα, προκειμένου να δεχτεί το κονίαμα του δεύτερου στρώματος εικονογράφησης. Ωστόσο τα σημεία όπου οι τοιχογραφίες σώζονται κάπως καλύτερα δείχνουν το έργο ενός ικανού ζωγράφου. Ο τοίχος ήταν χωρισμένος σε τρεις τουλάχιστον ζώνες. Στις δύο κατώτερες απεικονίζονταν όρθιοι ολόσωμοι άγιοι ενώ στην ανώτερη υπάρχουν παραστάσεις των οποίων η ταύτιση είναι αδύνατη. Τα τεχνοτροπικά γνωρίσματα των τοιχογραφιών οδηγούν σε μια χρονολόγησή τους το αργότερο στο 16ο αιώνα.8

Β΄ στρώμα τοιχογράφησης: στο στρώμα αυτό περιλαμβάνονται οι τοιχογραφίες που απεικονίζουν μεμονωμένους αγίους και οι παραστάσεις στο ανώτερο στρώμα εικονογράφησης του βόρειου και του ανατολικού τοίχου, καθώς και οι τρεις άγιοι από το κατώτερο στρώμα στα ανατολικά του νότιου τοίχου του ναού. Η επιγραφή που σώζεται πάνω από την κύρια θύρα εισόδου στο ναό, εσωτερικά, χρονολογεί το στρώμα με ακρίβεια στα 1710. Στην επιγραφή αναφέρεται ότι την «ιστόρηση» (δηλαδή την τοιχογράφηση) του ναού την ανέλαβε ο ζωγράφος Σάββας από την Οινόη με έξοδα του ιερομόναχου Ιγνατίου.9

Γ΄ στρώμα τοιχογράφησης: εδώ ανήκουν οι επιφανειακές τοιχογραφίες στον εσωτερικό νότιο και δυτικό τοίχο του ναού. Στο νότιο τοίχο, καλυμμένες από καπνιά, σώζονται τρεις μορφές αγίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο άγιος Ονούφριος, ενώ στο δυτικό τοίχο ολόσωμοι άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας. Σύμφωνα με σωζόμενη επιγραφή στο εσωτερικό του ναού, τις τοιχογραφίες αυτές τις εκτέλεσε ο μοναχός Ιερόθεος το 1732.10

Δ΄ στρώμα τοιχογράφησης: το τελευταίο στρώμα εικονογράφησης περιλαμβάνει τις παραστάσεις στους εξωτερικούς τοίχους του ναού και στο βόρειο μέτωπο του βράχου, οργανωμένες σε ζώνες και μέσα σε πλαίσια από κόκκινες λεπτές ταινίες.

Οι παραστάσεις του ναού αντλούν τα θέματά τους από τον χριστολογικό και τον θεομητορικό κύκλο, από τον εικονογραφικό κύκλο της Γένεσης, αλλά και από βίους αγίων, ενώ στο βράχο αναπτύσσεται η μεγάλων διαστάσεων Δευτέρα Παρουσία σε τέσσερις ζώνες. Στο κέντρο της ανώτερης ζώνης έχει απεικονιστεί ο ένθρονος Χριστός και στο πλάι του οι Ουράνιες Δυνάμεις χωρισμένες σε δύο ομάδες. Στη δεύτερη ζώνη, ακριβώς κάτω από τον Χριστό, απεικονίζεται η Ετοιμασία του Θρόνου με το λευκό περιστέρι-σύμβολο του Αγίου Πνεύματος και ένα μικρό σταυρό πάνω στο θρόνο, ενώ η Παναγία και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος δεόμενοι πλαισιώνουν το θρόνο γυρισμένοι κατά τα τρία τέταρτα προς το κέντρο· στον υπόλοιπο χώρο της ίδιας ζώνης έχουν παραταχθεί οι Απόστολοι χωρισμένοι σε δύο ομάδες των έξι ατόμων, καθισμένοι σε θρόνους με υψηλό ερεισίνωτο, ενώ άγγελοι προβάλλουν πίσω από την πλάτη τους. Στην τρίτη ζώνη έχουν απεικονιστεί ομάδες Δικαίων, μάρτυρες, άγιοι, επίσκοποι και βασιλείς, ενώ στην κατώτερη ζώνη οι εκτεταμένες καταστροφές δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των παραστάσεων. Όλες οι παραπάνω τοιχογραφίες χρονολογούνται σύμφωνα με επιγραφή πάνω από την παλαιότερη θύρα εισόδου στο ναό στο 1744, όταν έγιναν εργασίες ανακαίνισης του προαυλίου και του Ιερού του ναού από τον Ιγνάτιο, μητροπολίτη Χαλδίας.11

2.2. Παρεκκλησια

2.2.1. Παρεκκλήσια στο εσωτερικό της Μονής

Από τα εννέα παρεκκλήσια που βρίσκονται γύρω από την «Ιερή Σπηλιά» και πάνω από τη στέγη της, τα τέσσερα, όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, έφεραν ζωγραφικό διάκοσμο: α) ένα στα ανατολικά του κυρίως ναού, β) ένα μερικά λαξευμένο στο βράχο, πίσω από νεότερα κτήρια, γ) ένα πάνω από το ναό και δ) ένα στα ανατολικά του κατεστραμμένου καμπαναριού.

Το εικονογραφικό πρόγραμμα δε σώζεται ολόκληρο σε κανένα από τα παρεκκλήσια· στο πρώτο παρεκκλήσιο, μάλιστα, η εκτεταμένη καταστροφή κάνει αδύνατη ακόμα και την αναγνώριση των παραστάσεων, ενώ στο δεύτερο διατηρούνται ίχνη μόνο των τοιχογραφιών, πιθανότατα του 14ου αιώνα, καθώς το παρεκκλήσιο είχε καταπέσει πριν ακόμα από το 1923.12

Στο τρίτο και στο τέταρτο παρεκκλήσι η κατάσταση είναι καλύτερη, καθώς εδώ σώζονται ορισμένες παραστάσεις. Οι παλαιότερες, πιθανότατα του 16ου/17ου αιώνα, διατηρούνται στον εξωτερικό νότιο τοίχο του μικρού παρεκκλησίου πάνω από την «Ιερή Σπηλιά» (τρίτο παρεκκλήσι) και στο στενό διάδρομο που ανοίγεται στο βόρειο τοίχο του: α) στον εξωτερικό νότιο τοίχο σώζεται παράσταση με τον άγιο Δημήτριο και τον άγιο Γεώργιο, έφιππους πάνω σε μαύρο και λευκό άλογο αντίστοιχα, να σκοτώνουν με τα δόρατά τους τον δράκοντα, που απεικονίζεται στο κατώτερο μέρος της σκηνής·13 β) στο εσωτερικό του διαδρόμου, στο δυτικό τοίχο σώζεται η παράσταση Μεταμόρφωσης. Στο νότιο τοίχο, στην κατώτερη ζώνη, διακρίνονται τρεις άγιοι (ο άγιος Σάββας, ο άγιος Θεοδόσιος και ένας τρίτος του οποίου η επιγραφή με το όνομα έχει σβηστεί), ενώ στην ανώτερη ζώνη σώζονται οι παραστάσεις της Γέννησης του Χριστού και της Ανάστασης. Στο βόρειο τοίχο σώζονται ένας ολόσωμος άγιος, η Βάπτιση και η Σταύρωση, ενώ στην αψίδα του Ιερού εικονίζεται στο τεταρτοσφαίριο η Παναγία Βλαχερνίτισσα πλαισιωμένη από δύο αγγέλους και στον ημικύλινδρο τέσσερις ιεράρχες.

Μεταγενέστερη, του τέλους του 18ου αιώνα, είναι η διακόσμηση της αψίδας του ιερού στο παρεκκλήσιο ανατολικά του καμπαναριού (τέταρτο παρεκκλήσι) με την παράσταση της Κοινωνίας των Αποστόλων στη μεσαία ζώνη και τους συλλειτουργούντες ιεράρχες, Ιωάννη Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο και Γρηγόριο Ναζιανζηνό στην κατώτερη.

2.2.2. Παρεκκλήσια έξω από τη Μονή

Μόλις τη δεκαετία του 1970 και σε απόσταση 100 μ. περίπου βορείως του μοναστηριακού συγκροτήματος της Παναγίας Σουμελά ανακαλύφθηκε ένα ακόμα παρεκκλήσιο. Το 1978 δημοσιεύτηκαν πέντε τοιχογραφίες από το εσωτερικό του, όπου απεικονίζονταν η Κοίμηση της Θεοτόκου, η Μεταμόρφωση, η Παναγία με τον Χριστό, ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και, τέλος, ορισμένοι Πατέρες.14 Αν και οι παραστάσεις αυτές δεν έχουν ακόμη μελετηθεί διεξοδικά, έχουν χρονολογηθεί από τους Bryer και Winfield στον 12ο αιώνα.15

3. Αξιολογηση

Οι σωζόμενες τοιχογραφίες στη Μονή της Παναγίας Σουμελά, λίγες βυζαντινές και πολύ περισσότερες μεταβυζαντινές των στρωμάτων του 16ου-18ου αιώνα, αποτελούν, παρά την κακή κατάσταση διατήρησής τους, ένα σημαντικό σύνολο για τη γνώση της πορείας εξέλιξης της βυζαντινής και, κυρίως, της μεταβυζαντινής τέχνης στην περιοχή της Τραπεζούντας και του Πόντου. Στην ανάδειξη αυτού του ζωγραφικού συνόλου θα βοηθήσει σημαντικά το πρόγραμμα αναστήλωσης της μονής.

Σημειώσεις
1. Για την ιστορία της Μονής της Παναγίας Σουμελά βλ. κυρίως Κυριακίδης, Ε. Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα Ιεράς Βασιλικής Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Σουμελά (Αθήναι 1898)· Μητροπολίτης Χρύσανθος, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος», Αρχείον Πόντου 4-5 (1933), σελ. 468-84· Κορομηλά, Μ., Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα από την Εποχή του Χαλκού ως τις αρχές του 20ού αιώνα (Αθήνα 1991¹, α΄ ανατύπωση Νοέμβριος 1991, Αθήνα 2001²), σελ. 226-7· Κορομηλά, Μ., «Η Ιερά Αυτοκρατορική Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Σουμελά. Το σεπτότερο λείψανο του Ποντιακού Ελληνισμού», Αρχαιολογία 40 (Σεπτ. 1991), σελ. 51-56· και Λαπαρίδης, Ν., Η Ματσούκα του Πόντου (Θεσσαλονίκη 1996), σελ. 16-17, 19-20, 46-47, 136-37.
2. Μillet, G. – Talbot Rice, D., Byzantine Painting at Trebizond (London 1936), σελ. 147 κ.ε., με συγκεντρωμένη την προγενέστερη σχετική βιβλιογραφία.
3. Το μνημείο έχει μελετηθεί από τον Talbot Rice, D. Tα αποτελέσματα της έρευνάς του δημοσιεύτηκαν από τον ίδιο στο έργο του The Church of Haghia Sophia at Trebizοnd (Edinburg 1968).
4. Βryer, A. – Winfield, D., The Byzantine Monuments and Topography of the Pontos Ι (Dumbarton Oacks Studies 20, Washington D. C. 1985), σελ. 285.
5. Fallmerayer, J. Ph., Fragmente aus dem Orient (Stuttgart-Tubingen 1845), σελ. 89-129, και Κυριακίδης, Ε., Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα Ιεράς Βασιλικής Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Σουμελά (Αθήναι 1898), σελ. 262.
6. Μillet, G. – Talbot Rice, D., Byzantine Painting at Trebizond (London 1936), σελ. 147.
7. Βryer, A. – Winfield, D., The Byzantine Monuments and Topography of the Pontos Ι (Washington D. C. 1985), σελ. 284.
8. Μillet, G. – Talbot Rice, D., Byzantine Painting at Trebizond (London 1936), σελ. 146.
9. Κυριακίδης, Ε., Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα Ιεράς Βασιλικής Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Σουμελά (Αθήναι 1898), σελ. 114-15, όπου σημειώνεται πιθανότατα από λάθος το έτος 1712, και Μillet, G. – Talbot Rice, D., Byzantine Painting at Trebizond (London 1936), σελ. 146.
10. Κυριακίδης, Ε., Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα Ιεράς Βασιλικής Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Σουμελά (Αθήναι 1898), σελ. 132, και Μillet, G. – Talbot Rice, D., Byzantine Painting at Trebizond (London 1936), σελ. 146.
11. Κυριακίδης, Ε., Ιστορία της παρά την Τραπεζούντα Ιεράς Βασιλικής Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Σουμελά (Αθήναι 1898), σελ. 133. Οι Μillet – Talbot Rice, Byzantine Painting at Trebizond (London 1936), σελ. 144-46, χρονολογούν το δ΄ στρώμα γύρω στο 1740.
12. Μillet, G. – Talbot Rice, D., Byzantine Painting at Trebizond (London 1936), σελ. 149-50.
13. Μillet, G. – Talbot Rice, D., Byzantine Painting at Trebizond (London 1936), σελ. 149-50.
14. Tüfek, Ö., Sumela. Meryemana (Istanbul 1978), σελ. 38-39, και Βryer, A. – Winfield, D., The Byzantine Monuments and Topography of the Pontos ΙΙ (Washington D. C. 1985), πίν. 10-12.

15. Βryer, A. – Winfield, D., The Byzantine Monuments and Topography of the Pontos Ι (Washington D. C. 1985), σελ. 285.

logo_masia_el

__

library 195_8231

Εικόνες 1

Εικόνες 2

__

Advertisements